Καταιγίδα



Δύο εκδοχές μια ιστορίας-στιγμιότυπου από μια παλιά άσκηση στο Εργαστήρι Συγγραφής του sff.gr. Το θέμα της άσκησης ήταν η περιγραφή ενός φυσικού 
φαινομένου.
Η πρώτη εκδοχή είναι απλώς η περιγραφή μιας καταιγίδας σε ένα δάσος. Η δεύτερη όμως, είναι εντελώς μυθοποιημένη, έχοντας "ανθρωποποιήσει" όλα τα σημεία στην περιγραφή με τη δημιουργία ενός συνόλου από φανταστικά όντα που θυμίζουν ξωτικά ή άλλες μυθολογικές οντότητες με τη δική τους "οικολογία" και νόμους.
Αν και τα πολλά ονόματα κάνουν ίσως λίγο κουραστική την ιστορία, και χρειάστηκε ακόμα και ένα μικρό γλωσσάριο (που παραθέτω μετά το τέλος της ιστορίας), πιστεύω πως η δεύτερη εκδοχή είναι πολύ πιο μαγευτική και ονειρική από την πρώτη.
Ή ίσως... να μην υπάρχει διαχωρισμός αλλά και οι δύο εκδοχές να είναι μόνο οι όψεις του ίδιου νομίσματος, εξ ίσου μαγευτικές με τον τρόπο τους, και ο καθένας μπορεί να δει και τις δύο *αν* ξέρει να βλέπει πραγματικά είτε με τα καθημερινά μάτια, είτε με τα... μυθικά!

                                           
  
                                             ***** Καταιγίδα*****

1: Ρεαλιστική εκδοχή

Ξεκίνησε απαλά, αδιόρατα σχεδόν. Μικρά λευκά συννεφάκια σε έναν καταγάλανο ουρανό πάνω από το βουνό. Το καταπράσινο δάσος στις πλαγιές του δεν ήταν σιωπηλό. Ζουζουνητό από έντομα, κελάηδημα πουλιών, ζωάκια που χαίρονταν το φως του ήλιου.

Το τραγούδι του νερού στους καταράκτες που πάφλαζε πέφτοντας στις λιμνούλες, χυνόταν σε ρυάκια που σχημάτιζαν ένα κρυστάλλινο ποτάμι που κατέληγε στη θάλασσα. Τα φύλλα των δέντρων που θρόιζαν στην απαλή αύρα έκανε το δάσος να φαίνεται σαν μια τέλεια συντονισμένη ορχήστρα, με σολίστ και μαέστρο την ίδια τη Φύση.

Και ξαφνικά όλα σώπασαν .

Τα πουλιά σταμάτησαν το κελάηδημα και τα ζώα οσμήστηκαν παραξενεμένα τον αέρα. Οι συγχορδίες του νερού από τους καταράκτες ακούστηκαν παράταιρες, παράφωνες και ανήσυχες. Τα λευκά σύννεφα μεταμορφώθηκαν σε γκρίζους βαρειούς και θυμωμένους όγκους.

Σε λίγο ο ήλιος χάθηκε πίσω από τον αδιαπέραστο τοίχο από μαύρα σύννεφα.
Το ημίφως και οι σκιές που απλώθηκαν δεν έκρυβαν μυστήριο, ούτε μαγεία, αλλά απειλή και κίνδυνο. Τα έντομα και τα πουλιά κρύφτηκαν μέσα στους κορμούς των δέντρων ενώ τα ζώα αλαφιασμένα έσπρωχναν τα μικρά τους πιο βαθειά μέσα στις γούβες τους.

Οι πρώτες σταγόνες που έπεσαν, δειλές και ευγενικές, δεν έδειχναν τι θα επακολου-θούσε. Τα δέντρα και τα λουλούδια τις καλοδέχτηκαν.

Η αύρα όμως μεταμορφώθηκε σε άνεμο που δυνάμωνε και έκανε τις σταγόνες που πύκνωναν, σαιτιές. Ο πρώτος κεραυνός έπεσε στην κορφή του βουνού και φώτισε στιγμιαία το δάσος. Σκληρό, ανελέητο φως. Το σκοτάδι έγινε βαθύτερο.

Η βροντή που ακολούθησε πάγωσε τις καρδιές του δάσους. Ενας ακόμα πιο ισχυρός κεραυνός και η βροχή με τον άνεμο έγιναν θύελλα.

Τα ρυάκια και τα ποτάμια, μέθυσμένα από τη βροχή μάνιασαν, ακολουθώντας κι αυτά τον μεγαλειώδη, άγριο χορό. Τα γκρίζα νερά φούσκωσαν και με οργασμική χαρά πλημμύρισαν τις όχθες τους, παρασέρνοντας λουλούδια, κλαδιά, πέτρες και χώματα και πνίγοντας ό,τι έβρισκαν στο διάβα τους.

Τα δέντρα βογκούσαν πιά κάτω από το μαστίγωμα της βροχής και του ανέμου,
ενώ οι βροντές τράνταζαν την γη σαν να ήθελαν να την διαλύσουν. Οι ασταμάτητοι κεραυνοί μέσα στο βασανισμένο σκοτεινιασμένο δάσος δημιουργούσαν εφιαλτικές λάμψεις, φωτίζοντας στιγμιαία το αιματόχρωμο ποτάμι.

Δυο τεράστιες βελανιδιές λίγο πιο πέρα, σφάδαζαν καθώς τα κλαδιά τους λύγιζαν επικύνδινα, πιασμένα σε ένα διαβολικό βάλς με τον άνεμο. Οι ρίζες της μιας έφταναν ως το πλημυρισμένο ποτάμι και πολλά ξεριζωμένα δεντράκια, κλαδιά και πέτρες, παρασυρμένα από τα νερά που είχαν διαλύσει το χώμα από τις ρίζες τους, μπλέχτηκαν ανάμεσά τους δημιουργώντας ένα φράγμα αλλά το μανιασμένο ποτάμι έστειλε ακόμη περισσότερους όγκους νερού ενάντια στο περήφανο δέντρο.

Ξαφνικά ένας τριγμός συντάραξε τον κορμό της. Τρελαμένα τα πουλιά που είχαν κουρνιάσει κάτω από τα φύλλα της, πέταξαν μακρυά, όσο μπορούσαν.

Κι άλλος τριγμός. Και ένας τρίτος.

Με μια κραυγή πόνου το τεράστιο δέντρο έγειρε. Οι ρίζες του πλημμυρισμένες δεν άντεξαν και με ένα ουρλιαχτό η βελανιδιά έπεσε παρασύροντας και άλλα δέντρα στην επιθανάτια πτώση της. Ο κρότος θύμιζε σύνολο κρουστών στο απόγειο ενός κρεσέντο.

Σαν ένας αόρατος μαέστρος να άλλαξε ξαφνικά το ρυθμό, η θύελλα έγινε απλή βροχή και ο άνεμος καταλάγιασε. Μέσα σε λίγα λεπτά σταμάτησε εντελώς και ο άνεμος έγινε πάλι αύρα, τα σύνεφα απομακρύνθηκαν και ο ήλιος φώτησε το βουνό.

Το δάσος, τσακισμένο και ταπεινωμένο, ήταν ακόμα πράσινο αλλά σιωπηλό.

Σε μια φωλιά πάνω σε ένα δέντρο ένα θηλυκό χελιδόνι δίπλωσε τα φτερά του που τα είχε ανοιχτά για να προστατέψει τα αυγά του. Ένα τζιτζίκι τερέτησε δειλά.
Ένα σκιουράκι έβγαλε τη μουσούδα του από την κουφάλα του, μύρισε τον αέρα, τσιτσίρισε από χαρά και είδε πως ο κόσμος, η Φύση, ήταν πάλι ασφαλής!

                                                          *********

                                                ***** Καταιγίδα*****


2: Μυθική εκδοχή


Ξεκίνησε απαλά, αδιόρατα σχεδόν. Μικροί λευκοί Συννεφοκάβαλοι έπαιζαν σε έναν καταγάλανο ουρανό πάνω από το βουνό.
Το Ζωντανό Δάσος στις πλαγιές του δεν ήταν σιωπηλό. Ζουζουνητό από Σύλφες, Αεροβάτες έκαναν ακροβατικά, Θέρμες και Φωτολαμπιδείς χαίρονταν στη ζέστη.

Στους καταράκτες οι Υδροφάντες τραγουδούσαν και πάφλαζαν πέφτοντας στις λιμνούλες, χυνόταν σε ρυάκια, μετασχηματίζονταν σε Πομφόλυγγες και Κρυσταλίνους, οργανικό ποτάμι που κατέληγε στη Θάλασσα.

Οι Χλωροφύλακες θρόιζαν στον απαλό Αιολιδέα που βολτάριζε ολόγυρα, και το Δάσος φαινόταν σαν μια τέλεια συντονισμένη ορχήστρα, με σολίστ και μαέστρο τη Θεά Φύση.

Και ξαφνικά όλα σώπασαν .

Τα πουλιά σταμάτησαν το κελάηδημα και τα ζώα οσμήστηκαν παραξενεμένα τον αέρα. Οι συγχορδίες των Υδροφαντών από τους καταράκτες ακούστηκαν παράταιρες, παράφωνες και ανήσυχες.
Οι λευκοί Συννεφοκάβαλοι μεταμορφώθηκαν σε γκρίζους, βαρειούς και θυμωμένους Κεραύνιους.
Σε λίγο ο Ηλιος χάθηκε πίσω από τον αδιαπέραστο στρατό από μαύρους Κεραύνιους.

Το ημίφως δεν έκρυβε μυστήριο, ούτε μαγεία, αλλά απειλή και κίνδυνο. Οι σκιές έσβησαν τους Φωτολαμπιδείς.
Εντομα, πουλιά, Θέρμες και Ροοτρόποι κρύφτηκαν μέσα στους κορμούς των δέντρων ενώ τα ζώα αλαφιασμένα έσπρωχναν τα μικρά τους πιο βαθειά μέσα στις γούβες τους.

Οι πρώτες Όμβρες που έπεσαν, δειλές και ευγενικές, δεν έδειχναν τι θα επακολουθούσε. Τα δέντρα και τα λουλούδια τις καλοδέχτηκαν.

Ο Αιολιδέας όμως μετασχηματίστηκε σε Αεριχώ που δυνάμωνε και έκανε τις Όμβρες που πύκνωναν, σαιτιές.
Φωτίζοντας στιγμιαία το Δάσος ο τρομερός Φόλγκορους προσγειώθηκε στην βουνοκορφή. Το βλέμα του ήταν σκληρό, ανελέητο.

Το σκοτάδι έγινε βαθύτερο.

Τα Βροντοπούλια που τον ακολουθούσαν πάγωσαν τις καρδιές του δάσους. Ο Φόλγκορους ξεδίπλωσε την κάπα του και οι Ομβρες με την Αεριχώ μεταστοιχειώ-θηκαν σε Υπεράελλα.

Οι Υδροφάντες και οι Πομφόλυγγες, μεθυσμένοι από την Υπεράελλα μάνιασαν, ακολουθώντας κι αυτοί τον μεγαλειώδη, άγριο χορό. Τα γκρίζα νερά φούσκωσαν και με οργασμική χαρά πλημμύρισαν τις όχθες τους, παρασέρνοντας Ανθοθέτες, Γαιομνήμονες, κλαδιά, και αργιλόχρωμους Γαιοτρόφους και πνίγοντας ό,τι
έβρισκαν στο διάβα τους.

Τα δέντρα βογκούσαν πιά κάτω από το μαστίγωμα της Υπεράελλας, ενώ τα Βροντοπούλια τράνταζαν την γη σαν να ήθελαν να την διαλύσουν.

Ο Φόλγκορους ασταμάτητος μέσα στο βασανισμένο σκοτεινιασμένο δάσος δημιουργούσε εφιαλτικές λάμψεις, φωτίζοντας στιγμιαία το αργιλόχρωμο ποτάμι.
Δυο τεράστιες βελανιδιές λίγο πιο πέρα, σφάδαζαν καθώς τα κλαδιά τους λύγιζαν επικύνδινα, πιασμένα σε ένα διαβολικό βάλς με την Υπεράελλα.

Οι ρίζες της μιας έφταναν ως το πλημυρισμένο ποτάμι και πολλά ξεριζωμένα δεντράκια, -- παρασυρμένα από τα νερά που είχαν διαλύσει τους Γαιοτρόφους από τις ρίζες τους -- κλαδιά και Γαιομνήμονες, μπλέχτηκαν ανάμεσά τους δημιουργώντας ένα φράγμα αλλά το μανιασμένο ποτάμι έστειλε χιλιάδες μεθυσμένους Υδροφάντες ενάντια στο περήφανο δέντρο.

Ξαφνικά ένας τριγμός συντάραξε τον κορμό της. Τρελαμένα τα πουλιά που είχαν κουρνιάσει κάτω από τα φύλλα της, πέταξαν μακρυά. Θέρμες και Ροοτρόποι πάγωσαν.

Κι άλλος τριγμός. Και ένας τρίτος.

Με μια κραυγή πόνου το τεράστιο δέντρο έγειρε. Οι ρίζες του πλημμυρισμένες δεν άντεξαν και με ένα ουρλιαχτό η βελανιδιά έπεσε παρασύροντας και άλλα δέντρα στην επιθανάτια πτώση της.
Ο κρότος θύμιζε σύνολο κρουστών στο απόγειο ενός κρεσέντο.

Σαν ένας αόρατος μαέστρος να άλλαξε ξαφνικά το ρυθμό, η Υπεράελλα καταλάγιασε και χωρίστηκε ξανά σε Ομβρες και Αεριχώ.
Σε λίγο οι Ομβρες αχνοχάθηκαν, η Αεριχώ έγινε πάλι Αιολιδέας, οι Κεραύνιοι, ο Φόλγκορους και τα Βροντοπούλια απομακρύνθηκαν.

Ο Ηλιος φώτισε το βουνό. Το Δάσος, τσακισμένο και ταπεινωμένο, ήταν ακόμα ζωντανό αλλά σιωπηλό.

Σε μια φωλιά πάνω σε ένα δέντρο ένα θηλυκό χελιδόνι δίπλωσε τα φτερά του που τα είχε ανοιχτά για να προστατέψει τα αυγά του. Μία Σύλφη ζουζούνησε δειλά.
Ένα σκιουράκι ξεπρόβαλε από την κουφάλα του, μύρισε τον αέρα, είδε τις Θέρμες και τους Φωτολαμπιδείς να ανασταίνονται και τσιτσίρισε από χαρά .

Η Φύση ήταν πάλι ασφαλής!

                                                      *********



Γλωσσάριο Πλασμάτων

Συννεφοκάβαλοι: Ζουν και παίζουν ανάμεσα στα σύνεφα.

Σύλφες: Θηλυκοί Αεροβάτες. Τραγουδούν στο αεράκι.

Αεροβάτες: Ζουν και παίζουν ανάμεσα σε ότι παρασέρνει το αεράκι. Οι
θυελλώδεις άνεμοι τους σκοτώνουν.

Θέρμες: Απορροφούν και μεταδίδουν τη ζέστη.

Φωτολαμπιδείς: Απορροφούν και μεταδίδουν το φως.

Υδροφάντες: Όντα που ζουν στους καταράκτες και τα τρεχούμενα νερά.

Πομφόλυγγες: Όντα του αφρού στους καταράκτες

Κρυσταλίνοι: Mεταβατική μορφή των Υδροφαντών και των Πομφολύγγων.

Χλωροφύλακες: Μεταστοιχειώνουν το ηλιακό φως σε χλωροφύλλη.

Αιολιδέας: Oν του απαλού ανέμου.

Κεραύνιοι: Πλάσματα των μαύρων σύννεφων. Κακοί Συννεφοκάβαλοι.

Ροοτρόποι: Kαθορίζουν την κυκλοφορία του χυμού των δέντρων.

Όμβρες: Ουδέτερα πλάσματα των σταγόνων της βροχής.

Αεριχώ: Oν του δυνατού ανέμου.

Φόλγκορους: Θεός της αστραπής, από το Ιταλικό folgore.

Βροντοπούλια: Ακόλουθοι του Φόλγκορους, όντα της βροντής. Απ’το Αγγλικό thunderbirds.

Υπεράελλα: Σύνθετη θεά της θύελλας. Σύμμαχος του Φόλγκορους.

Ανθοθέτες: Όντα που καθορίζουν το σχήμα, το χρώμα και τη θέση ενός λουλουδιού.

Γαιομνήμονες: Ζουν στις πέτρες, φύλακες της ιστορικής μνήμης της Γης.

Γαιοτρόφοι: Τα θρεπτικά συστατικά του χώματος. Καθορίζουν την στερεότητά του.

                                              ----------------------

Copyright: Διονύσης (Dain) Τζαβάρας 2004, 2008.

    

Ιστοριούλα "σκοτεινής" φαντασίας που γράφτηκε μέσα σε μία ώρα για έναν διαγωνισμό
"flash fiction live"  που κάναμε στο sff.gr, και όπου οι συγγραφείς του φόρουμ 
θα γράφαμε μια ιστορία πάνω σε ένα καθορισμένο θέμα, εκείνη τη στιγμή. Ο χρόνος που είχαμε ήταν ακριβώς μία ώρα! Το θέμα του συγκεκριμένου διαγωνισμού ήταν "Απάτη".
Η επιρροή από την ταρώ   εμφανής και σε αυτή την ιστορία.


                                                            * * * * * * * * *

                                           Απατηλές Φεγγαραχτίδες


        
         Όχι, ο Διάβολος σ'αυτή τη θέση δεν σημαίνει πως κάτι κακό θα σου συμβεί. Κοίτα τη Βασίλισσα των Κύπελλων από πάνω και τη Σελήνη από κάτω. Φοβίες και εμμονές που αφορούν μια γυναίκα. Η Σελήνη σημαίνει απάτη, το γλαυκό φως που λίγο φωτίζει τις σκιές, αρκετά για να πάρει άλλη μορφή το περιβάλλον. Σκοτεινές, διαβολικές μορφές, που το παιχνίδισμα της φαντασίας σου τις κάνει να φαίνονται έτσι.


Σταμάτησε για να πάρει μια ανάσα. Σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπό της. Το σκοτεινό δωμάτιο, τα κεριά, την κούραζαν. Όμως είχε δώσει όρκο ποτέ να μην διώξει κανέναν πελάτη που ερχόταν στο μικρό μαγαζάκι της.
Αυτή η γυναίκα όμως την κούραζε πολύ. Η αύρα της ήταν σκοτεινή, φοβισμένη και γεμάτη άγχος και αρνητικότητα. Ήταν σιωπηλή, και μόνο μέσα στα μάτια της που αντιφέγγιζαν στο ημίφως των κεριών φαινόταν η εσωτερική αναταραχή της. Μια πάλη με δυνάμεις που δεν κατανοούσε, αλλά που της προκαλούσαν τόσο τρόμο, τόση οδύνη. Πήρε μια βαθιά ανάσα ακόμα και συνέχισε.



Αυτό που ζητάς είναι να ελευθερωθείς από τα δεσμά σου. Για να γίνει αυτό πρέπει να παλέψεις με το Διάβολο, που μπορεί να έχει τη μορφή μιας γυναίκας που σε πιέζει αφάνταστα. Αλλά κοίτα, κοίτα, δίπλα βρίσκεται το Άστρο, το σύμβολο του απείρου και της ελπίδας και από πάνω του, στη θέση για τα σωστά βήματα που πρέπει να κάνεις για να βρεις το σύμμαχό σου είναι ο Ήλιος, το σύμβολο του φωτός.



Σώπασε.
Η γυναίκα απέναντί της συνέχισε να παραμένει σιωπηλή κοιτάζοντάς μια τα χαρτιά και μια τη μάντισσα της Ταρώ. Δεν φαινόταν να έχει πειστεί.
Το ύφος της γκρίζο και στενάχωρο,έδειχνε περισσότερο να κατανοεί το Διάβολο, τη Σελήνη και τη Βασίλισσα των Κύπελλων, παρά το Άστρο και τον Ήλιο.
Ω, πόσο ανάγκη από φως είχε, πόσο ξεχασμένη και μόνη ήταν μέσα σε ένα σκοτεινό κόσμο στον οποίο το μόνο φως χρησίμευε για να κάνει το σκοτάδι ακόμα πιο τρομακτικό, τις αλυσίδες της ψυχής της ακόμα πιο σφιχτές.



Τράβηξε ακόμα μια κάρτα.
Ήταν ο Τρελός. Το ξεκίνημα χωρίς σχέδιο, η τόλμη μπροστά σε ανυπέρβλητα εμπόδια, το ρίσκο. Για να φτάσει στο φως του Άστρου και του Ήλιου έπρεπε να τολμήσει.
Αλλά η γυναίκα αυτή απέναντί της είχε ξεχάσει να τολμά, να γελά, να ριψοκυνδινεύει, να έχει έστω και μια σπίθα αισιοδοξίας. Ήταν κολλημένη στη Σελήνη, τον παραμορφωτικό καθρέφτη των συναισθημάτων και της φαντασίας, που εξαπατά με το ίδιο το φως του. Και ο αστακός στο κάτω μέρος της κάρτας που απλώνει τις δαγκάνες του προς το χλωμό ουράνιο καθρέφτη δεν ήταν παρά το ίδιο το καβούκι στο οποίο η γυναίκα είχε κλειστεί, και παρακαλούσε την άπονη Σελήνη να την ελευθερώσει.



Δεν θα βρεις την ελευθερία που αποζητάς ποτέ, αν δεν τολμήσεις να βγεις από τα δεσμά που η ίδια έχεις φορέσει, καλή μου.
Μη ζητάς από την πλανεύτρα Σελήνη να σου δείξει το δρόμο. Το χλωμό φως της είναι ένα αντικαθρέφτισμα μόνο, μια πλάνη, μια "μάγια".
Επειδή φουσκώνει τα νερά και σε βγάζει λίγο στην επιφάνεια πιστεύεις πως θα σε κάνει να πετάξεις.
Αλλά δε θα σε κάνει.
Ο Τρελός είναι η κάρτα που κρατά το κλειδί της απελευθέρωσής σου. Ο Τρελός που τολμά να ριψοκινδυνεύσει να πέσει στο βάραθρο, όπως δείχνει η κάρτα του. Μπορεί όμως και να μην πέσει, γιατί ο Ήλιος και το Άστρο λάμπουν και σε καθοδηγούν. Αν μόνο τολμήσεις να σπάσεις η ίδια την ψευδαίσθησή σου.



Η γυναίκα σάλεψε για πρώτη φορά. Στα μάτια της φάνηκε και κάτι άλλο εκτός από θλίψη. Ήταν άραγε μια σπίθα κατανόησης;
Η μάντισσα άδραξε την ευκαιρία και έβγαλε άλλη μια κάρτα. Την τελευταία.
Αυτή που σήμαινε το τελικό αποτέλεσμα.
Ένιωσε τη ραχοκοκαλιά της να παγώνει. Το στόμα της στέγνωσε και ένιωσε λες και οι φωνητικές της χορδές είχαν καταποντιστεί στο βάθος του στομαχιού της.
Η τελευταία κάρτα ήταν ο Πύργος. Ο Πύργος του Θεού ή της Βαβέλ.
Η απόλυτη καταστροφή χωρίς λύση. Κάθε σχέδιο πάει στραβά και αποτυγχάνει. Συντριβή και ξεκίνημα πάλι από την αρχή.
Πώς θα μπορούσε να πει στην γυναίκα απέναντί της κάτι τέτοιο; Πώς να ομολογήσει με ειλικρίνεια οτι η πελάτισα αυτή δεν θα μπορούσε να σπάσει την εξαπάτηση
της Σελήνης, τις φοβίες του Διαβόλου και την τελική καταστροφή του Πύργου;
Θα έπρεπε να πει την αλήθεια, αλλά ήταν ανάγκη, ήταν θέμα επαγγελματικής δεοντολογίας αλλά και ανθρωπιάς να της δώσει κάποια ελπίδα για το μέλλον.
Θα της πρότεινε να έρθει πάλι μετά από 3 μήνες να της ρίξει την Ταρώ, και ίσως τότε τα πράγματα να έδειχναν καλύτερα.
Για τώρα, το μόνο που θα μπορούσε να κάνει ήταν να υπομείνει την κατάστασή της όπως ήταν.



Προσπάθησε να συγκεντρωθείς στο φως του Άστρου και του Ήλιου, καλή μου. Ο καιρός δεν είναι ακόμα ο σωστός για αλλαγές.
Μη φοβάσαι τις σκιές της Σελήνης, δεν είναι παρά μια απάτη, μια ψευδαίσθηση μέσα σου, μέσα στην καρδιά σου, που σε φοβίζει.
Δεν είναι παρά ένας καθρέφτης, που αντικατοπτρίζει τη μορφή σου, όπως τη φαντάζεσαι μέσα στο νου σου.
Δεν μπορείς να αλλάξεις ακόμα το νου και τα συναισθήματά σου, αλλά έχεις βοήθεια από το ζωοδότη Ήλιο και το όμορφο Άστρο.
Έλα ξανά σε 3 μήνες να σου πω τα χαρτιά. Ίσως τότε να έχουν αλλάξει τα πράγματα και το βάσανό σου να τελειώσει με επιτυχία.
Υπομονή, καλή μου.



Η γυναίκα στην απέναντι καρέκλα μάζεψε τις κάρτες που είχαν απλωθεί στο τραπεζάκι και τις έχωσε προσεκτικά στην υπόλοιπη τράπουλα. Αφού φύσηξε 3 φορές επάνω της και τη σταύρωσε άλλες 3, την έβαλε σε ένα σακουλάκι από μαύρο βελούδο και σηκώθηκε από τη θέση της, σβήνοντας τα κεριά.
Το δωμάτιο βυθίστηκε στο σκοτάδι και μόνο λίγο φεγγαρίσιο φως από τα πατζούρια τρύπωνε μέσα στο δωμάτιο, φωτίζοντας ένα μικρό τραπέζι και δύο καρέκλες.
Πάνω στη μία καρέκλα ήταν στηριγμένος ένας τεράστιος παλιομοδίτικος καθρέφτης που έλαμπε φαιός και ασημένιος καθώς τον χτύπαγαν οι αδύναμες ακτίνες της πλανεύτρας Σελήνης.

                                                    * * * * * * * * *

Copyright Δ.Τζαβάρας 2007

Τέσσερα Παράξενα Παιδάκια


Αλληγορική ιστορία με διάφορες ερμηνείες ανάλογα με τα "πιστεύω"  του κάθε αναγνώστη.


                                       Τέσσερα Παράξενα Παιδάκια




Μια φορά κι έναν καιρό γεννήθηκαν σε μια κωμόπολη τέσσερα παιδάκια, δύο αγοράκια και δύο κοριτσάκια.
Δεν ήταν αδέλφια, ούτε τα αγοράκια, ούτε τα κοριτσάκια, αλλά από τις φασκιές ακόμα ήταν πάντα μαζί, έπαιζαν μαζί, έκλαιγαν μαζί, γέλαγαν μαζί, έτρωγαν μαζί και κατουριόντουσαν απάνω τους όλα μαζί.

Στην αρχή δεν έδειχναν να έχουν κάτι το ασυνήθιστο σε σύγκριση με άλλα παιδάκια - εκτός βέβαια από τη στενή τους φιλία - αλλά καθώς μεγάλωναν, οι γονείς τους έμειναν έκπληκτοι όταν ανακάλυψαν πως τα τέσσερα πιτσιρίκια είχαν μεγάλο ταλέντο στα... μαθηματικά!

Δεν είχαν πάει ακόμα σχολείο και ήξεραν να μετρούν, ήξεραν πρόσθεση, αφαίρεση και πολλαπλασιασμό, ακόμα και διαίρεση αν δεν είχε πολλά ψηφία.

Μάλιστα το καλύτερο, και πιο παράξενο, ήταν πως τα παιδάκια αυτά δίδασκαν το ένα το άλλο, με τον παιδικό τους πάντα τρόπο, και έτσι ποτέ κανένα δεν έμενε πιο πίσω. Αν κάποιο δεν καταλάβαινε μια πράξη ή δυσκολευόταν, τα άλλα αμέσως του έδειχναν τη σωστη λύση, και κυρίως πώς να τη βρίσκει μόνο του!

Όταν έγιναν 6 χρόνων ήρθε η ώρα να πάνε στο σχολείο, όπως πήγαιναν όλα τα παιδιά. Το σχολείο ήταν μικρό και δεν είχε πολλούς δασκάλους - μόνο δύο - έτσι τα μισά πήγαιναν σε μία αίθουσα έστω κι αν ήταν αρχάρια ή προχωρημένα, 6 ή 12 χρόνων, και τα άλλα μισά σε μια άλλη.

Ο δάσκαλος και η δασκάλα πολλές φορές συζητούσαν για το μαθηματικό ταλέντο των παιδιών, αλλά διαφωνούσαν πολύ τόσο για τον τρόπο εκπαίδευσης, όσο και για το πώς να προωθήσουν τα τέσσερα παράξενα παιδάκια, τα οποία συνέχιζαν να είναι αχώριστα.

Ο δάσκαλος πρέσβευε πως μόνο με απόλυτη πειθαρχία, σχολαστική τελειότητα και ψυχρή εκτίμηση μπορούσε να καλλιεργηθεί ένα ταλέντο, και όχι με συναισθηματικές και υποκειμενικές ενθαρρύνσεις, που πλησίαζαν πολύ ένα... ψέμα!

Η δασκάλα πάλι ένιωθε πως η ενθάρρυνση της αχαλίνωτης φαντασίας και δημιουργικότητας ήταν πολύ σημαντικότερη της όποιας αυστηρής πειθαρχίας και τεχνικής τελειότητας. Έτσι, συγχωρούσε ή παρέκαμπτε λάθη που έκαναν τα
παιδάκια, και ποτέ δεν τα απογοήτευε ακόμα κι αν έκαναν το ίδιο λάθος πολλές φορές.

Ο δάσκαλος δεν το έκανε ποτέ αυτό. Οι παρατηρήσεις του ήταν ακριβείς και σωστές, διόρθωνε με την ίδια αντικειμενικότητα τα λάθη, αλλά ποτέ δεν κακομάθαινε τα παιδιά με "μπράβο" ή "συγχαρητήρια". Απλά έλεγε "σωστό" ή "λάθος".

Η δασκάλα μάθαινε σε όλα τα παιδιά να ενθαρρύνουν με όποιο τρόπο μπορούν το ένα το άλλο, με συνεχή μπράβο, σφυρίγματα και χάδια, και ζητούσε ειδικά από τα μεγαλύτερα να μην είναι καθόλου φειδωλά προς τα συγχαρητήρια που έδιναν στα πιο μικρά.

Ο δάσκαλος άλλαζε διάφορα χρώματα όταν το άκουγε αυτό, γιατί ο δικός του τρόπος απαιτούσε από τα μεγαλύτερα παιδιά να μην δίνουν καμμια φιλοφρόνηση προς τα μικρότερα, και μάλιστα αν τα μικρότερα έδειχναν αβάσιμη χαρά για κάποιο "κατόρθωμά" τους, επέτρεπε στα πιο μεγάλα να τα βάλουν στη θέση τους με σαφείς και αυστηρές παρατηρήσεις.
Ακριβώς αυτό που έκανε δηλαδή κι ο ίδιος προς τα πιο μεγάλα παιδιά. Έτσι, έλεγε, κάθε παιδί έχει πλήρη γνώση των αδυναμιών του, μπορεί να επιλέξει ή να τις διορθώσει ή να ασχοληθεί περισσότερο με κάποιο άλλο μάθημα στο οποίο να είχε μεγαλύτερη έφεση, και φυσικά το επίπεδο της τάξης ήταν πάντα εξαιρετικά υψηλό και απαιτητικό ώστε μόνο οι "άριστοι" και οι "άξιοι" να προοδεύσουν, και όχι η "σκαρταδούρα".

Και η δασκάλα όμως έβγαζε φωνές απελπισίας όταν άκουγε το δάσκαλο να περιγράφει τη μέθοδό του.

Εκείνη πίστευε πως η φαντασία και η δημιουργικότητα των παιδιών ήταν που είχε σημασία, ακόμα και σε μαθήματα που απαιτούσαν τεχνική αρτιότητα όπως τα μαθηματικά, και όχι η όποια σωστή λύση. Έτσι παρότρυνε και τα μεγαλύτερα παιδιά να βοηθούν τα μικρότερα, να τα συγχαίρουν σε κάθε κατόρθωμά τους, να βλέπουν την προσπάθεια και την ουσία αντί για το αποτέλεσμα, ώστε όλη η τάξη να είναι πάντα πρόσχαρη, γεμάτη γέλια και παιχνίδι, με συναδελφικότητα τόση, που ήταν σίγουρα σημαντικότερη από αυτό καθαυτό το μάθημα που γινόταν.
Κι αν έμεναν πίσω στην ύλη που έπρεπε να διδαχτούν δεν είχε σημασία. Αυτό που είχε σημασία ήταν να μάθουν να εκφράζονται κάθε στιγμή αυθόρμητα, ελεύθερα και δημιουργικά χωρίς ανόητες τεχνικές και πειθαρχίες.
Kαμμιά φορά κανόνιζαν τα βράδια να κοιτάξουν τον έναστρο ουρανό όλα μαζί. Η δασκάλα συχνά μπέρδευε τους αστερισμούς, αλλά αυτό δεν αφαιρούσε τίποτα από τη μαγεία που τα παιδιά ένιωθαν κοιτάζοντας τα αστέρια.

Θα υπήρχε χρόνος αργότερα να μάθουν, π.χ. στα μαθηματικά, να εφαρμόζουν τον τύπο για τη λύση μιας εξίσωσης δευτέρου βαθμού. Αυτό που η δασκάλα θεωρούσε πρωταρχική ανάγκη ήταν να μάθουν τα παδιά να αγαπούν τους αριθμούς και μόνο, να τους τοποθετούν σε ωραίες εντυπωσιακές σειρές ανάλογα με το γούστο τους, όπως "4444444444" ή "2α3α4α5α6α" ή ακόμα και να κάνουν επίτηδες λάθη για να γελάσουν αφού ήταν αστείο να βλέπεις κάτι σαν "2χ*1χ-35 = 42" (αυτό για τα πιο μεγάλα) ή "2+2=222" (για τα πιο μικρά!)

Με τα χρόνια που πέρναγαν τα τέσσερα παράξενα παιδάκια που είχαν τόσο ταλέντο στα μαθηματικά, άρχισαν να κάνουν λιγότερο παρέα μεταξύ τους, πράγμα φυσικό εξ άλλου, ώσπου κάποια στιγμή τελείωσαν το δημοτικό και ετοιμάστηκαν να πάνε στο γυμνάσιο.
Ως εκείνη την εποχή τα πράγματα είχαν εξελιχθεί έτσι ώστε το ένα κοριτσάκι, ας το πούμε Άλφα, που ήταν στην τάξη του δάσκαλου, είχε προσπαθήσει πολύ όλα αυτά τα χρόνια και λίγο την ένοιαζαν τα πειράγματα των άλλων παιδιών και η αυστηρότητα του δάσκαλου. Αν και δεν ήταν η καλύτερη, τελείωσε ανάμεσα στους πρώτους και συνέχισε να αγαπά τα μαθηματικά αφού έβλεπε το κάθε τι σαν μια πρόκληση και απαιτούσε από τον εαυτό της να την ξεπεράσει και να αποδειχτεί πιο ικανή από κάθε πρόκληση, κάθε πείραγμα, κάθε αυστηρότητα, κάθε άγνοια πάνω στα αγαπημένα της μαθηματικά.

Το άλλο κοριτσάκι, η Βήτα, ήταν στην τάξη της δασκάλας. Υπήρχαν τόσα ωραία πράγματα να μάθει και να κάνει, ήθελε τόσο πολύ να εκφράσει αυτό που είχε μέσα της, ώστε γρήγορα εγκατέλειψε τα μαθηματικά και τα βαρετά παιχνίδια τους, και συγκεντρώθηκε σε πιο διασκεδαστικά πράγματα. Στα αγόρια, στα ρούχα, στην κοινωνική της θέση, στο πόσο δημοφιλής και όμορφη ήταν. Και ήξερε πως ήταν πολύ όμορφη! Πιο όμορφη από όλα τα κορίτσια, και όταν έγινε 12 χρόνων άρχισε να φοράει μακιγιάζ και να πηγαίνει σε πάρτυ. Είχε ξεχάσει εντελώς τα μαθηματικά, που τα εύρισκε πια κάτι πολύ παιδιάστικο και χωρίς σημασία, και προτιμούσε να περνά ώρες μπροστά στον καθρέφτη της θαυμάζοντας την ομορφιά που είχε "μέσα" της αλλά και έξω της, όπως έλεγε.

Το ένα αγοράκι, ο Γάμα, ήταν στην τάξη του δάσκαλου. Είχε προσπαθήσει όσο μπορούσε περισσότερο να βρεθεί στην κορυφή της τάξης, και λάτρευε ακόμα τα μαθηματικά, αλλά τα πειράγματα των άλλων παιδιών όποτε σκεφτόταν κάτι έξω από την διδακτέα ύλη, ή έβρισκε έναν πρωτότυπο τρόπο για λύσει ένα πρόβλημα, και η ανελέητη κριτική του δάσκαλου, τον είχαν κουράσει τόσο πολύ που μισούσε τα μαθηματικά του σχολείου, αλλά συνέχιζε να διαβάζει και να λύνει ασκήσεις μόνος του στο σπίτι, τις οποίες όμως ποτέ δεν έδειχνε σε κανέναν.
Ο ίδιος ήξερε πως ήταν "άξιος" κι ας μην ανήκε στους εκλεκτούς του σχολείου του. Δεν τον ένοιαζε αν θα έπαιρνε ποτέ δίπλωμα μαθηματικού. Ήξερε πως *ήταν ήδη* μαθηματικός!
Ώσπου μια μέρα, οι γονείς του βλέποντας τους κακούς βαθμούς του στο σχολείο, αλλά και τα δικά του τετράδια με τις ολόσωστες και προχωρημένες ασκήσεις που έλυνε, αποφάσισαν πως έπρεπε να αλλάξει τάξη, και απαίτησαν να πάει στην τάξη της δασκάλας η οποία βέβαια τον δέχτηκε με ανοιχτές αγκάλες.

Το άλλο αγοράκι, ο Δέλτα, ήταν στην τάξη της δασκάλας. Του άρεσε πολύ ο τρόπος που μάθαινε, όλα ήταν τόσο εύκολα, ή έτσι τα έκανε να φαίνονται η αγαπημένη του δασκάλα, που ποτέ του δεν ένιωσε πως έκανε αγγαρία για να λύσει τις ασκήσεις, ή να παίξει τα παιχνίδια που έπαιζαν. Η δασκάλα συχνά του έλεγε "είσαι ο καλύτερος" και ο Δέλτα το πίστευε αυτό ακράδαντα, ξεχνώντας πως η δασκάλα το έλεγε αυτό σχεδόν σε όλα τα παιδιά. Ή τουλάχιστον πίστευε πως το "είσαι ο καλύτερος" το εννοούσε όταν το έλεγε σε κείνον, αλλά δεν το εννοούσε τόσο όταν το έλεγε στους άλλους, ειδικά σ'αυτόν τον Γάμα!
Έτσι ο Δέλτα μεγάλωσε πιστεύοντας πως είναι το μεγαλύτερο ταλέντο στα μαθηματικά, και σε όλα τα άλλα μαθήματα, και πως όταν πήγαινε στο γυμνάσιο θα ήταν παντού και πάντα ο πρώτος. Εξ άλλου είχε 10 με τόνο, ενώ τα παιδιά στην τάξη του δάσκαλου είχαν τα περισσότερα 5 ή 6. Αποφάσισε φυσικά να γίνει μαθηματικός όταν μεγαλώσει.

Πέρασαν πολλά χρόνια και επειδή τα τέσσερα παράξενα παιδάκια είχαν αναγκαστεί να πάνε σε διαφορετικά γυμνάσια, έχασαν το ένα τα ίχνη του άλλου και σταμάτησαν να κάνουν βέβαια παρέα.
Μια μέρα όμως, όταν κόντευαν να κλείσουν τα 25, τα τέσσερα παράξενα παιδάκια που δεν ήταν πια παιδάκια αλλά νεαροί άντρες και γυναίκες, βρέθηκαν τυχαία στο δρόμο. Χαιρετήθηκαν, αγκαλιάστηκαν, και ρώτησαν ο ένας τους άλλους τι έκαναν και τελικά αποφάσισαν να πάνε σε μια καφετέρια να πιουν κάτι και να μιλήσουν.

Μίλησαν πράγματι πολύ, γέλασαν, υποσχέθηκαν να βρίσκονται πιο συχνά από δω και μπρος, και έμειναν έκπληκτοι όταν έμαθαν πως τελικά η ζωή τους θα τους έφερνε ξανά μαζί στη μικρή τους πόλη.

Γιατί βλέπετε, η Άλφα δεν είχε γίνει μαθηματικός αλλά είχε γίνει θεωρητική παιδαγωγός και η πρωτότυπη μέθοδος διδασκαλίας της θα εφαρμοζόταν πειραματικά σε πολλά γυμνάσια και λύκεια της περιοχής. Η μέθοδος βασιζόταν σε κάτι απλό: Στην ενθάρρυνση της ατομικότητας και στη σωστή, μεθοδική καλλιέργειά της για να ανθήσει σε κάτι πολύ όμορφο. Συνέχιζε όμως να αγαπά τα μαθηματικά.

Η Βήτα είχε προσπαθήσει να γίνει ηθοποιός "σταρ" αλλά δεν κατάφερε και πολλά οπότε είχε παντρευτεί και είχε κάνει ήδη τρία παιδιά που σύντομα θα πήγαιναν στο δημοτικό σχολείο της πόλης. Δε θυμόταν όμως καθόλου πως κάποτε την ενδιέφεραν τα μαθηματικά. "Ανοησίες" είχε πει. "Η ζωή δεν είναι καθόλου σαν τα μαθηματικά. Είναι πολύ πιο πλούσια και όμορφη όταν έχεις λεφτά και κάνεις ό,τι σου γουστάρει, όποτε σου γουστάρει. Αυτό θα κάνω και γω με τα παιδιά μου. Αυτό χρειάζεται να μάθουν."

Ο Γάμα έγινε αστρονόμος, μετά το διδακτορικό του στα μαθηματικά, και θα διεύθυνε το νέο αστεροσκοπείο της περιοχής.
"Την αγάπη για τα μαθηματικά την είχα εγώ. Την αγάπη για τα άστρα μού την έμαθε η δασκάλα μου" είπε. "Κι αν δεν μπορούσε να μου εξηγήσει τη θεωρία των κοσμικών χορδών, η ενθάρρυνση που μας έδινε ήταν εξ ίσου πολύτιμη, για πολλούς από μας, όσο κάθε μαθηματική φόρμουλα". Η Άλφα είχε συμφωνήσει απόλυτα μαζί του.

Ο Δέλτα είχε μείνει σιωπηλός για ώρα και αναγκάστηκαν να τον ρωτήσουν πολλές φορές τι είχε γίνει ο ίδιος. Ήξεραν πως δεν είχε γίνει μαθηματικός.
"Είμαι δάσκαλος" είπε τελικά ψυχρά. "Και θα αναλάβω το παλιό μας σχολείο. Δεν ξέρω τι νέες θεωρίες μπορεί να έχει η Άλφα περί παιδαγωγικής αλλά εγώ θα εφαρμόσω το δικό μου σύστημα. Πειθαρχία, αυστηρότητα, υψηλές απαιτήσεις και αξιοκρατία ώστε μόνο οι εκλεκτοί και άξιοι να αναδειχτούν."

ΤΕΛΟΣ

Copyright Διονύσης (Dain) Τζαβάρας 2008.

Ιλλυρίων και Ιρίνα

Η ερωτική και θλιβερή αυτή ιστοριούλα, γράφτηκε για μια άσκηση του Εργαστηρίου Συγγραφής του sff.gr. Είναι γραμμένη με ιδιαίτερα "ποιητική" και λυρική γλώσσα που νομίζω ταιριάζει στο θέμα της.  Η άσκηση είχε σαν θέμα τη συγγραφή μιας 
σύντομης ιστορίας φαντασίας, βασισμένης στο ποίημα του Edgar Allan Poe 
The Sleeper.
Αν και το όνομα του "ξωτικού" δεν αναφέρεται στην ιστορία, τον "λυπήθηκα" και είπα τουλάχιστον να τον βαφτίσω με το όνομα Ιλλυρίων.

                                       
                                      * * * * * Ιλλυρίων και Ιρίνα * * * * *



Τη Σελήνη, τη χλωμή μου αθάνατη μάνα κοιτώ, αυτή τη νύχτα του ανθρώπινου Ιούνη. Αθάνατη μάνα, αθάνατος και ο γιος.

Ξωτικής γενιάς παιδί, που παραστράτησε κι αγάπησε θνητή γυναίκα. Της αμαρτίας παιδί, λένε οι άνθρωποι πως είμαι.

Είναι άραγε τα δάκρυα τα δικά μου αληθινά κι ανθρώπινα; Ή σαν το φέγγος τ’αχνό που άλλοτε δροσιά, μαγεία κι άλλοτε σαν τους καπνούς του όπιου, ανάκλαση….παραίσθηση, τη μάνα μου την ουράνια περιβάλλει, που τη μορφή, τη σάρκα μου, από την ύλη της έχω πάρει;

Eίναι η δροσιά η νυχτερινή, σταγόνα τη σταγόνα που χύνεται εδώ, πάνω στο βουνό, δάκρυα της μάνας μου που κλαιει για το χαμό μου; Για το χαμό εκείνης, που αιώνια κι ατέρμονα θε να θυμάμαι; Αθάνατος με μνήμη ξωτικιά, αθάνατη, καταραμένη.

Κι αυτή η μουσική! Από πού θε να΄ρχεται; Aπ΄τα ουράνια τ’αστροφώτιστα άραγε ή από τα νερά της λίμνης; Ή ίσως κι από την ομίχλη που τώρ’ απλώνεται, σαν σάβανο για να σκεπάσει, το φέρετρο εκείνης.

Ω Λήθη – κυρά - της Λίμνης, που κάποτε μίλησες σ’ένα βασιλιά θνητό, και μ’άλλη μορφή - μάγισσας - , ένα σπαθί του έδωσες την άγνοια για να κόψει, δως μου και μένα τη λησμονιά, δως μου τη γνώση του θανάτου - ένα σπαθί - μαζί της και γω για να πεθάνω…
Εδώ κοιμάται η αγάπη μου, η Ομορφιά η Θνητή….η Ιρίνα. Και δίπλα της θωρώ, με τη ματιά μου την ξωτική, τις φθονερές τις Μοίρες, που ευχή-κατάρα της εδώσανε - από γεννησιμιού της - νέα να πεθάνει.

Μητέρα μου, ολόλαμπρη, πως είναι δυνατόν; Είναι σαν ολοζώντανη! Κοιμάται μήπως πράγματι;
Τ’αγέρι που φυσά, τ’ απλωμένα της μαλλιά χαιδεύει, σαν να με κοροϊδεύει, σαν να γελά μαζί μου. Kι οι σκιές που τώρα δα ν’απλώνονται ολόγυρά της βλέπω, τι να είναι; Πνεύματα κακοποιά που τον πόνο μου ήρθαν να χλευάσουν, η από το Παράθυρο της Νύχτας - του θανάτου - έχουν βγει;

Παράθυρο που ποτέ για μένα δεν θ’ανοίξει, να έβλεπα τουλάχιστον. Να έβλεπα που είναι η ψυχή της. Κοιμάται εκεί που οι σκιές την πάνε ή είναι ζωντανή εκεί; Στον ουρανό τον αόρατο που οι ανθρώποι λένε πως υπάρχει.
Κι αν υπάρχει, γιατί οι ανθρώποι μέσα σε ξύλινο κουτί σε έβαλαν, κυρά μου; Φοβάσαι ή ονειρεύεσαι; Ίσως τον Θεό σου, που τόσο αγάπησες να ονειρευτείς για πάντα.

Θεέ, εσύ που οι άνθρωποι λεν πως κατοικείς στον ουρανό, άσε την ίδια κι απαράλλαχτη στον ύπνο της τον αιώνιο όπως ήταν στη ζωή. Όπως την πρωτοείδα, σαν να βγήκε από το φως της θάλασσας, ένα λουλούδι εξωτικό που όμοιό του δεν υπήρχε πουθενά στους κήπους που η Φύση άπλωσε στη γη.

Τώρα απλώθηκε σιωπή. Σαν τη σιωπή που γύρω από την Κυρά μου θα απλωθεί όταν κάτω από το χώμα η αιώνια κατοικία του κορμιού της θα είναι πια. Σαν τη σιωπή μελαγχολίας κι όχι σιωπή της προσμονής. Βαριά σιωπή. Σαν τα βαριά της βλέφαρα, κλειστά κι ακίνητα.

Θεέ, κάνε ο ύπνος της να είν’ βαθύς και η μορφή της, σκιά κακοποιά ποτέ να μη γενεί. Και σεις σκουλίκια, που τη γη μ’αέρα ανανεώνετε, που όλα όσα αλλάζουν πάλι στη γη χαρίζετε, να είστε απαλά επάνω στο κορμί της.
Το χλωμό κορμί και πρόσωπο, το χλωμό το φόρεμα, που κάποτε λαμποκοπούσε σαν φεγγαραχτίδα.

Αλλά τόσο παράξενο δείχνει πιά. Χωρίς ζωή.
Αλλόκοτο!

Είναι άραγε αυτό η αρρώστια; Αυτή η ανθρώπινη κατάρα που δεν την καταλάβαινα, κι ας μου την εξηγούσες, γελώντας με την άγνοιά μου.

Θύμωνα και γω και εξαφανιζόμουν τότε. Γελούσα αόρατος, έστελνα τη φωνή μου, και συ - σαν τα πρόσωπα της Μάνας μου – άλλοτε έτρεχες στο δάσος ψάχνοντάς με, άλλοτε έκλαιγες κοντά στης λίμνης τα νερά, νομίζοντας πως σ’εγκατέλειψα.

Κι άλλοτε, απειλώντας με, πέτρες έριχνες στους τάφους των ανθρώπων, φωνάζοντας να εμφανιστώ αλλιώς ο θάνατος θα σ’έπαιρνε και σένα, έλεγες, για την πράξη σου την ιερόσυλη.
Και γω - που ήμουν δίπλα σου αόρατος - φανερός γινόμουνα αμέσως!

Ήταν το παιχνίδι μας αυτό.

Αλλά φοβόμουνα το θάνατο. Αυτόν που ήξερα πως κάποτε θα σ’έπαιρνε από μένα.

«Δεν φοβάμαι» μου είχες πει όταν σε ρώτησα. «Δεν φοβάμαι να πεθάνω, γιατί κοντά σου έζησα για πάντα. Στιγμές αιώνιες» μου είχες πει.

Σαν να το ήξερες, ότι το τέλος δεν θα ήταν μακριά.

Μα τους ακούω! Έρχονται να την πάρουν! Αόρατος καλύτερα να γίνω!
Πού θα την πάν; Θα τους ακολουθήσω! Σκιές κι αυτοί, μαυροντυμένες, όμοιες με της νύχτας τα φαντάσματα, κι ας είν’ ανθρώποι. Πονούν κι αυτοί, κι ας ξέρουν, σαν θνητοί, ότι ο θάνατος θα έρθει, από γεννησιμιού τους.

Τι πλάσματα παράξενα! Μαγευτικά, συνάμα φευγαλέα κι αιώνια.

Μοίρες φθονερές! Εδώ λοιπόν την έφεραν; Δίπλα από εκεί που παίζαμε. Εδώ σε έναν τάφο απόμακρο, μαρμάρινο, φαιό. Προσεύχονται στο Θεό τους , για την ψυχή της λεν εκείνης. Και κλείνουν τώρα το ξύλινο κουτί.

Ιρίνα!!

Τρίζει το ξύλο σαν να βογγά, καθώς το πρόσωπό της χάνεται από μπρος μου.
Ιρίνα….

Φεύγουν! Επιτέλους φεύγουν...

Η σιωπή δεν βγαίνει από τον τάφο της αλλά από την αθάνατη-νεκρή καρδιά μου. Το όνομά της ψιθυρίζω και πάλι. Αλλά δεν απαντά κανείς.

Ω, Πατέρα μου που θα ανατείλεις σε λίγο, δεν θέλω να σε δω. Δεν θέλω να με δει ο κόσμος σου ξανά, χαρούμενο και ζωντανό.

Εδώ, αόρατος θα μείνω.

Μαζί της.

Και τώρα τι, κυρά μου; Που πάλι θα σε βρώ; Ούτε η φωνή σου σαν ηχώ θε ν’αντηχεί στου δάσους τα λυκόφωτα, όταν σ’αποζητώ. Για πάντα θα είν’ το σπίτι σου ένας τύμβος.

Για μένα... η κατάρα μου αιώνια….

Ή μήπως όχι; Μήπως υπάρχει ελπίδα; Πως κάπως, κάποτε, με τη βοήθεια του Θεού και της Θεάς, εκείνου του Όντος που το σύμπαν έχει φτιάξει, θα είμαστε μαζί και πάλι; Αλλιώς εσύ, αλλιώς και γω αλλά και ίδιοι, εμείς, ξανά;

Εδώ αόρατος θα μείνω! Μαζί της! Μέχρι να έρθει εκείνη η στιγμή.

Οι άνθρωποι τρομαγμένοι θε να πουν πως ένα ξωτικό - της αμαρτίας ένα παιδί χωρίς ψυχή - στοιχειώνει τον τάφο της άτυχης Ιρίνας:

“Καημένο αμαρτωλό κορίτσι. Φοβερή για την ψυχή σου αυτή η συμφορά!”

Αλλά μες τον τάφο, μόνο ένας νεκρός θα είναι που στην αιωνιότητα βογκά…..

                                                   * * * * * * * *

Copyright  Διονύσης (Dain) Τζαβάρας 2004, 2008.

Φαέρικα και Φόρκυς



Αυτή η ιστοριούλα είναι η πρώτη και μόνη προσπάθεια να γράψω "παρηχητικά", στο μέτρο του δυνατού πάντα. Το πρόβλημα ήταν το πως να εκφράσω κάθε σημείο της ιστορίας με παρηχήσεις του γράμματος ή του ήχου "Φ".
Κάθε λέξη επιλέχτηκε προσεκτικά, κάθε φράση ζυγίστηκε σε σχέση με τις προηγούμενες ή τις επόμενες. Με διασκέδασε πολύ αυτό όσο κουραστικό κι αν ήταν κάποιες στιγμές. Αναγκαστικά η γλώσσα είναι καθαρεύουσα σε κάποια σημεία και δημοτική σε άλλα, και έμμετρη.
Ποιητική αδεία - και ελπίζω να μου συγχωρεθεί αυτό - έκανα μερικά λεξιπλαστικά πειράματα, όπως στις λέξεις με πρώτο συνθετικό το φαερ- που φυσικά σημαίνει νεραϊδο-κάτι.
Η λέξη κορφί σημαίνει κόρφος και όχι κορμί βέβαια.
Ο Φόρκυς δεν είναι φυσικά ο μυθολογικός θεός, ενώ η Φαέρικα είναι ένας χαρακτήρας που είχα φτιάξει κάποτε για ένα μεγάλο - αλλά ατελείωτο ακόμα - παραμύθι. Φερσέφασα είναι ένα από τα ονόματα της Περσεφόνης.
Φυσικά δεν έχει κάποια σχέση με τη Μυθαστρία. Δεν γράφω μόνο σ'εκείνο το σύμπαν.



                  -----------------ΦΑΕΡΙΚΑ ΚΑΙ ΦΟΡΚΥΣ----------------------




Ο Φόρκυς φορτωμένος έφυγε με τα φλουριά σφυρίζοντας, αφήνοντας τους φονευμένους στο φως του φεγγαριού.
Έφριξε η φεγγαροντυμένη Φαέρικα η φτερωτή, στις φυλλωσιές π’αφουγκραζόταν. Οι φωνές και ο φόβος τους εκκωφαντικοί στ’αυτιά της. Φευ! Σε τι φταίξανε οι φτωχοί, ο Φαίδων και η φαμίλια του;
«Φονιά!!» φώναξε η Φαέρικα μα ο Φόρκυς - άφαντος - δεν φανταζόταν το φλεγόμενο φως στο ξέφωτο, που αύξανε στη μορφή της, αφανίζοντας κι αυτό το φως του φεγγαριού! Η άφθονη φωτιά δεν άφησε απ’τη φαύνα φύση να φαγωθούν οι φονευμένοι. Φωνή στη φλόγα και φροντίδα έφερε η Φαέρικα και αφάνισε αυτοπυρπολώντας τη φοβερή τη φρίκη απ’το ξέφωτο.

Αφού εφρόντισε γι’αυτά, εφόρμησε αφ’υψηλού, και φορεσιά από φύλλα σφένδαμου κι ασφόδελου ύφανε.
Το ύφος της – ηφαίστειο - έφερε προς τη Φαέθουσα - του φεγγαριού που’φερε τη μορφή - και εφτασφράγιστο φαερομαγικό εφώναξε:
«Υφέρποντα φαντάσματα και Φαύνοι φύλακες! Φορωνέα φαοφέροντα και σεις Φλογίστρες της Αβύσσου!Φοβερή Φερσέφασα και συ Φοίβε που η φαύλα φρόνηση αφόρητη σου φαίνεται, φυσήξτε! Φυσήξτε και με τα φτερά μου φέρτε με σ’αυτόν! Στο φθονερό το Φόρκυνα το δολοφόνο, τον αδελφό τον άφταιχτο που φόνευσε!»

Άφοβη η Φαέρικα αφέθηκε στις φροντίδες των Φυλάκων. Νεφέλωμα αφανέρωτο εφύσηξε ο Φοίβος, κι η αυτοκράτειρα η Φερσέφασα φασματικές φυλές της άβυσσου αφιέρωσε, τη φεγγαρογέννητη να συντροφεύουν στο φτερωτό φευγιό της.

Και έφτασε! Μορφή ενός φύκου φιδογυριστού σε φλαμουριά πυκνόφυλλη εφόρεσε, και άφαντη-άφωνη, του Φόρκυνα το σφύριγμα αφουγκράστηκε.

Σφυρίζοντας ο Φόρκυς, φαγοπότι έφτιαξε στο ξέφωτο και έφαγε. Στους οφθαλμούς του φάνηκε η φλόγα η φιλάργυρη, ύφος φαιδρό, τα φλουριά εποφθαλμιούσε να θωπεύσει.
Αφέθηκε στη φαρδύκορμη τη φλαμουριά να αναπαύσει τη σφιγμένη οσφύ του. Σφούγγισε τη φουντωμένη φάτσα του και τα φλουριά φανέρωσε, στο πορτοφόλι φυλαγμένα. Τα θώπευσε, τα φίλησε, τα'σφιξε στο κορφί του. Το χρυσαφένιο φως τους άφθαστο, φανταστικό! Φαντασμαγορικό νεφέλωμα εσφάλησε τους οφθαλμούς του και έφυγε ο Φόρκυς στου Μορφέα τη φωνή τη φαντασιακή αφημένος.

Τα φυλλόκλαδα του φύκου εμφύσηξε ο Φοίβος, κι η Φαέρικα σαν φίδια φοβερά τα έφερε, στροφές-στροφές, φυλακή να φτιάξουνε, το Φόρκυνα το φαντασμένο να φασκιώσουν. Σαν φιέστα οι φασματικές φυλές φουρφούριζαν με φούρια, οι άφοβοι οι φαύνοι, φλογίστρες φωτερές, φαντάσματα και φρίκες, κι απ'τις φωνές, τη φασαρία τους, αίφνης ο Φόρκυς αφυπνίστηκε.
Αιφνιδιάστηκε, και στο φόβο τον αφόρητο που φώλιασε στον εαυτό του, εφάμιλλος στη φύση δεν υφίστατο. Τα φλουριά να σφίξει, να ξεσφίξει φοβούμενος μη φύγουν ή αφανιστούν ευχήθηκε, αφού κι οι φονικές του φάλαγγες σε φυλακή σφιχτή φρουρούνταν από του φύκου τα φυλλόκλαδα στη φλαμουριά που φιδογύριζαν! Εσφάδαζε αυτός που φόνευσε τ'αδέλφι του να αναπνεύσει, φυλακισμένος από την κορφή ως τις φτέρνες!

Φανερή η φρίκη στη φωνή του, φώναξε:
«Φίδι φαρμακερό, φάντασμα από εφιάλτη, που έφτιαξες τη φυλακή αυτή, φανέρωσε τη φρικαλέα φάτσα σου και άφησέ με ελεύθερο!»

Ευθύς του φανερώθηκε η Φαέρικα, φασματικό νεφέλωμα με φορεσιά του φύκου τα φυλλόκλαδα. Στους οφθαλμούς της φλόγα αυτόβουλη που φέγγιζε στο ξέφωτο!

«Ελεύθερο, φονιά; Ω, Φόρκυνα φαντασιόπληκτε, φύση φθαρμένη, αφύσικη, που φθόνησες του αδελφού σου τα φλουριά! Το Φαίδωνα και τη Φυλλίδα φόνευσες, τα φιντανάκια τους τι σου'φταιξαν που κάρφωσες, αφηνιασμένος, μην ξεφύγουν; Nα φύγουν λεύτερα δεν τ'άφηνες αυτά, τα φλουριά αφού 'χες υφαρπάξει, αφιλότιμε;»

«Η ομορφάδα σου να διαφέρει φαίνεται της φύσης σου της φονικής, φιδόψυχη φοράδα! Αφού τα φρέσκα φράγκα μου φροντίζεις να μου φας με φούρια, φυλακίζοντάς με σε φιδίσια φυλακή! Τα φάσματα τα φρικαλέα - οι σύντροφοί σου - εύχομαι να σε φάνε! Φτου σου, αφορισμένη!!» φώναξε ο Φόρκυς, φουρκισμένος κι έφιδρος.

Η φυλλοστεφάνωτη η Φαέρικα με φορτισμένη εύθυμα φωνή εφώναξε: «Αφέντη μου, μ'αφόπλισες με τη φράση αυτή, το "φτου σου, αφορισμένη!" Εφέστιοι φύλακες! Στ'αυτιά σου Φόρκυνα πώς έφτασε φαερομαγικό που φυλαγμένο φρόντισαν και άφαντο οι φύλακες να φέρεται; Φευ, φευ! Οι φθόγγοι σου φυλάκισαν τη φύση της Φαέρικας της φοβερής και φιλικά θα σου φερθώ, αφού αφέντης μου αυτοδιορίστηκες της αφελούς φτωχής!»

«Άφησέ με ελεύθερο να φύγω!»

«Φυσικά, αφέντη μου, μα φυσικά! Μια αφιέρωση φτάνει να προσφέρεις, και αφάνισα τη φυλακή, σαν αφοσιωμένη φίλη σου.»

«Αφιέρωση, ε; Φλουριά φροντίζεις να μου φας, φλύκταινα φεγγαρόφερτη! Φτάνουν εφτά;»

«Εφτά για εφτασφράγιστο φαερομαγικό, εφτά οι στροφές της φυλακής σου, εφτά τα φώτα που φεγγοβολούν στου Φοίβου τη φαμίλια, εφτά και στο Εφτάστερο την άφατη τη Φύση που φωτίζει! Φτάνουν, Φόρκυ!»

«Αφέσου αυθωρεί, εφτά φλουριά αφαίρεσε ευχερώς, και να φύγω άφησέ με!» φώναξε με φειδωλή φωνή, ασφικτιούσε ο Φόρκυς απ΄το σφίξιμο του φύκου.

«Φοβερό, φίλτατε Φόρκυνα! Τι αφηρημάδα! Τη φύση του φαερομαγικού σαφώς μου φάνηκε πως σου φανέρωσα. Τα φλουριά ο αφέντης θα προσφέρει στη φτερωτή του φίλη. Αυστηρά αυτός, χουφτώνοντάς τα!» αποφάνθηκε η Φαέρικα.

«Φυλακισμένες φέρονται οι φούχτες μου, φενάκη φρικαλέα! Φρόκαλο με μορφή φαερικού!!» αφήνιασε ο Φόρκυς φουντωμένος. «Φούσκωσαν οι φάλαγγές μου απ'το σφίξιμο! Τις φούχτες μου άφησε λεύτερες τα φλουριά να σου προσφέρω!»

«Φευ! Η φύση σου η άφρονη φροντίζει, Φόρκυνα, η φυλακή από φύλλα σφιχτά να σε φασκιώνει. Δεν υφίσταται φαερομαγικό, φονιά της φαμελιάς του αδελφού σου! Τα φάσματα αυτών που φόνευσες για τα φλουριά σε σφίγγουν, όχι η Φαέρικα κι οι σύντροφοί της. Ο φόβος και η φρίκη αυτούσια στους οφθαλμούς της Φύλλιδας, τα φιντανάκια της που έσφαζες! Αυτό είν' η φυλακή σου! Τις φονικές σου φούχτες ελεύθερες φέρε, πρόσφερε τα φλουριά που υφάρπαξες κι ελεύθερος θα φύγεις!»

«Εφ'όσο φωτίζει ο Φαέθωνας τη Φύση, και ο Φοίβος κι η Φεγγαρόσχημη αδελφή του, η Φαέρικα θα σε φυλά…αφέντη μου…αδελφοφόνε…τα φλουριά ώσπου να θωπεύσεις ή να φθαρείς και να σε φάει η φύση η φαύνα που εφ΄ώ αφουγκράζεται!»

Φέγγισαν οι οφθαλμοί της απ΄τη φωτιά την άφατη και η μορφή της άφοβης Φαέρικας εφάνη η φυσική! Άφθαστη και φοβερή, φαερογέννητη, στο Φως του Εφτάστερου, του Φοίβου, της Φερσέφασας τη φυλή της που έφτιαξαν στου Ήφαιστου τους φούρνους!

Αφάνταση η φρίκη στη φωνή που άφησε ο Φόρκυς. Άφρισε και σφάδαξε, φλέγματα έφευγαν, φούσκωσε η φάτσα του από τη φούρια και το φόβο, τις φωνές. Η φιέστα των φασμάτων φούντωσε, οι φυλές της άβυσσου, φαύνοι, φλογίστρες, φύλακες, αφέθηκαν σε φαντασιακή φρενίτιδα.

Έφυγε το φως και σφάλισαν οι οφθαλμοί του φθονερού του Φόρκυνα τ'αδελφοφόνου.

                                                     * * * * * * * * *

Copyright Δ.Τζαβάρας 2006.



Προσοχή! Η ιστορία περιέχει (νεο)παγανιστικά στοιχεία. Read at your own risk!

Πρόκειται για ένα συμβολικό παραμύθι, στιγμιότυπο ίσως, και σε σημεία αρκετά "χιουμοριστικά πονηρό" και αλληγορικό.
Αν και δεν ανήκει "αυστηρά" στη Μυθαστρία, κάποιοι χαρακτήρες, ή κάποιες "εκδοχές
τους τουλάχιστον, είναι Μυθάστριοι, όπως ο ΜαγΑιτιοΓραμμιστής ο Πιθανός που 
εμφανίζεται στον πρώτο τόμο του Τζον Κάδμου και η  Λούνα Λεβάνα. 

Σχετικά με το όνομα "Λούνα Λεβάνα" τώρα. Η Λούνα είναι βέβαια η Σελήνη στα Λατινικά. Η Λεβάνα/Levana όμως, είναι επίσης Ρωμαϊκή θεότητα.
Ήταν παρούσα στους τοκετούς και υπήρχε το έθιμο όταν έπλεναν το μωρό να το εναποθέτει η μητέρα σε ένα πανί στο έδαφος και ο πατέρας να το ανασηκώνει ψηλά στον αέρα, ώστε να το κάνει αποδεκτό για την οικογένεια και για τον κόσμο, και να του δώσει η θεά την ευλογία της να στρέφεται πάντα προς τα πάνω, προς τον "ουρανό", προς το καλύτερο.
Υπάρχει πολύ περισσότερο βάθος στο θέμα, αλλά δεν είναι επί του παρόντος.
Το όνομα της θεάς Levana προέρχεται από το ρήμα "levare" που θα πει ανασηκώνω/αιωρώ, εξ ού και "levitation, lever, λεβιέ" κλπ. Γι'αυτό και η "αιώρηση" είναι σημαντικό στοιχείο της ιστορίας.
Ο ύμνος είναι δικό μου δημιούργημα, όπως και η "Λούνα Λεβάνα" της ιστορίας που βασίζεται μόνο εν μέρει στη Ρωμαϊκή θεά. Οι άλλες θεότητες που αναφέρονται στην ιστορία είναι από διάφορες μυθολογίες.
Τον "Γάτο" ίσως κάποιοι να τον θυμούνται από... άλλη ιστορία μου, και η επιρροή από την ταρώ εμφανής.
"Moυσική επένδυση": Το πασίγνωστο El amor brujo - Danza ritual del fuego του Manuel De Falla.


                                              * * * * * * * * *



"Όταν Το Φεγγάρι Είναι Μπλε" Είπε Η Γιαγιά Νύχτα..."




"Όταν το φεγγάρι είναι μπλε…" είπε η Γιαγιά Νύχτα στο Μικρό Τυμπανιστή "…και η εγγόνα μου χορεύει πάνω στη Γη φορώντας τα γαλάζια πέπλα της, ο παλμός της Φύσης της ίδιας αλλάζει γιατί και κείνη χορεύει σε άλλο ρυθμό."

Ο Μικρός Τυμπανιστής χωμένος μέσα στη μαύρη, αστροκέντητη εσάρπα της Γιαγιάς, κοίταγε παραξενεμένος τη Λούνα Λεβάνα να χορεύει με ασυνήθιστα παθιασμένη χαρά, ντυμένη με τα φωτεινά μπλε πέπλα της υφασμένα από το γαλάζιο φεγγαρόφωτο.

Η Γιαγιά Νύχτα, που άλλαζε αργά και αδιόρατα τη θέση της, χάϊδεψε το ξανθό του κεφαλάκι. "Μη φοβάσαι, εγγονούλη μου. Δεν τον γνωρίζεις αυτό το ρυθμό, αυτό το νέο παλμό γιατί, αν και Τυμπανιστής, αυτή τη στιγμή δεν είσαι παρά ένα μικρό παιδί και δεν έχεις ξαναδεί την εγγόνα μου όπως είναι απόψε, ούτε και τη Γη να αντηχεί, να δονείται από τον αποψινό, μαγεμένο παλμό του μπλε φεγγαριού. Τον παλμό των θαυμάτων."


Το μπλε φεγγάρι μεσουρανούσε καθώς ο γάτος με την κόκκινη μακριά γούνα παρακολουθούσε όσα συνέβαιναν, καθισμένος πάνω στο φράχτη και κουνώντας ρυθμικά την ουρά του σύμφωνα με το νέο παλμό που έδινε νέο ρυθμό στην ανάσα και την καρδιά κάθε ζωντανού πλάσματος, που ήξερε να τον νιώθει μέσα του.

Οι μάγοι και οι μάγισσες αφού απάγγελλαν τον τελικό ύμνο, θα ετοιμάζονταν σε λίγο να φύγουν από την κατοικία του αρχιμάγου πάνω στο λόφο, ανά ομάδες, σύμφωνα με τη "θέση" τους στη σύναξη, δηλαδή το ρόλο που είχαν είτε επιλέξει, είτε τους είχε δοθεί στην ιεραρχία.
Προπομποί οι "Άσσοι", μετά οι Βασιλιάδες με τις Βασίλισσες, οι Ιππότες και πίσω τους οι Ακόλουθοι, και ύστερα οι υπολοιπες "Αυλές".
Παρά την "πομπή και περίσταση" που απαιτούσε το πρωτόκολλο της σύναξης για τη διάλυση κάθε σύναξης, οι μάγοι και μάγισσες σπάνια ακολουθούσαν αυτούς του "κανόνες" για περισσότερο χρόνο από όσο ήταν απαραίτητο.

Έτσι, όταν έβγαιναν από το νοητό κύκλο με κέντρο την κατοικία του Αρχιμάγου, η ιεραρχική πομπή διαλυόταν αμέσως, και έφευγαν άλλοι με τα πόδια μέσα από το δάσος που κάλυπτε το λόφο, άλλοι πετώντας πάνω στις σκούπες τους - οι άντρες με την αχυρένια "τούφα" μπροστά, και οι γυναίκες με το κοντάρι μπροστά, όπως είναι το σωστό - και άλλοι που είχαν πιο θεατρική φλέβα εξαφανίζονταν μέσα σε καπνούς, εκρήξεις φωτός ή μεταμορφώνονταν σε παράξενα πλάσματα της γης, της θάλασσας και του αέρα, ή ακόμα και της… φωτιάς.

Οι περισσότεροι, κυρίως όμως οι μάγισσες, είχαν μαζί και τα ζώα τους, τα "οικεία" όπως τα αποκαλούσαν. Γάτες, κουκουβάγιες, κοράκια και νυχτερίδες ήταν τα συνηθέστερα είδη.

Αν κάποιος κοινός θνητός είχε τόσο θάρρος - ή αυτοκτονική διάθεση ίσως - ώστε να παρακολουθεί απρόσκλητος μια γενική σύναξη μάγων μια νύχτα με πανσέληνο, θα μπορούσε να δει και ιγκουάνες, σκύλους, φίδια, πεταλούδες, βάτραχους, έναν-δυό λύκους, αλεπούδες, δρακονέτους, ένα μονόκερω, ένα σμήνος από σφήκες, μέχρι και σκουλίκια και άλλα γνωστά και άγνωστα, στον καθημερινό κόσμο, ζώα.

Τα "οικεία", εκτός αν τα χρειάζονταν οι κύριοί τους, ήταν ελεύθερα να περιπλανηθούν στο μεγάλο Δάσος της Βερενίκαιας, ονομασμένο προς τιμή μιας πανάρχαιας, μυθικής μάγισσας που αγαπούσε πολύ τα ζώα.

Αυτή όμως η σύναξη ήταν πολύ ιδιαίτερη και όλοι, μαζί κι ο κοκκινογούνης γάτος, το ήξεραν πολύ καλά γι'αυτό και τα περισσότερα "οικεία" δεν είχαν απομακρυνθεί πολύ.
Η δε πομπή των Ελασσόνων Μυστικών που αποτελούνταν από πενήντα έξι μάγους και μάγισσες, αυτή τη φορά τήρησε το τυπικό μέχρι την παραμικρότερη λεπτομέρεια, καθώς ξεκίνησαν να απαγγέλλουν τον τελευταίο ύμνο του τυπικού της Παράδοσής τους.


"Λούνα Λεβάνα,
Κόρη του Φεγγαριού
και Μάνα…"


Η απαγγελία τους ήταν υποτονισμένη και προσεκτική, χωρίς τερτίπια και φιοριτούρες, γιατί η νύχτα η αποψινή, νύχτα με πανσέληνο, δεν ήταν σαν τις άλλες.

Μια φορά κάθε λίγα χρόνια το φεγγάρι φάνταζε μπλε στον ουρανό, τυλιγμένο σε μια φωτεινή γαλάζια άλω που προσέδιδε μια απόκρυφη, ιδιότυπη ατμόσφαιρα στη νύχτα, αλλά και κάτι πολύ, πολύ περισσότερο.
Κανένας "homo magus", μαγικός άνθρωπος, δεν μπορούσε ποτέ να υπολογίσει εκ των προτέρων πότε το φεγγάρι θα ήταν μπλε, αλλά όλοι γνώριζαν με βεβαιότητα πως πολλά μαγικά φαινόμενα που κανονικά θα απαιτούσαν ιδιαίτερα περίπλοκα τελετουργικά, στη μπλε Πανσέληνο γίνονταν πολύ απλά, λες και κάποια πανίσχυρη και αλλόκοτη ενέργεια είχε τυλίξει τη γη. Λες και η πλάση παλλόταν μέσα στο φως με κάποιο άλλο τρόπο, με έναν διαφορετικό ρυθμό από ότι συνήθως.

Όταν το φεγγάρι ήταν μπλε, η μαγική ενέργεια που είχε διαχυθεί πάνω στη χώρα δεν χρειαζόταν τους μάγους και τις μάγισσες να την χρησιμοποίησουν για να πετύχουν ένα μαγικό αποτέλεσμα.
Λειτουργούσε αυτόβουλα, θαρρείς, με ένα παλμό δικό της, και έκανε τα δικά της μαγικά χωρίς μεσάζοντες. Παράξενα, ασυνήθιστα μαγικά τα οποία μόνο σε σκονισμένα παλιά "βιβλία των σκιών" σε ανήλιαγες βιβλιοθήκες αναφέρονταν στα πεταχτά, λες και κανείς μάγος ή μάγισσα δεν ήθελε να ρισκάρει. . . κάτι.
Να ρισκάρει μια "παραφωνία" στη μουσική της φύσης της τυλιγμένης στο μπλε φως, που άγγιζε τους χτύπους της καρδιάς κάθε ζωντανού πλάσματος, την ανάσα των φυτών, τον άνεμο και αυτήν την ίδια την περιστροφή των άστρων στον νυχτερινό ουρανό και το βαθύ μουρμουρητό της γης καθώς περιστρεφόταν.

Αυτή ή αλλόκοτη, άγνωστη ενέργεια, ο ρυθμός της φύσης που είχε αλλάξει, τους προκαλούσε αν όχι φόβο ακριβώς, τουλάχιστον δυσφορία, σαν η φύση να παρουσίαζε μια πλευρά της την οποία οι σοφοί αυτοί άντρες και γυναίκες δεν μπορούσαν ούτε να καταλάβουν, ούτε να ελέγξουν.

Ο έλεγχος των μυστικών δυνάμεων είναι βασικό στοιχείο της ταυτότητας ενός μάγου ή μιας μάγισσας, όπως είναι και η αρμονία με τους κύκλους της φύσης, αλλά αυτή η μπλε ενέργεια της Σελήνης, η ασυνήθιστη παλλόμενη γαλάζια λάμψη, τούς έκανε να αμφιβάλλουν για την πραγματική πηγή της δύναμης και της γνώσης τους, ακόμα και για τη θέση τους στην ιεραρχία που συμβόλιζε τα ίδια τα μυστικά της φύσης και της ψυχής.

Αν και γραμμένο στα μάτια τους που σπίθιζαν στο βαθύ μπλε της μυστηριακής αυτής νύχτα, οι περισσότεροι δεν τολμούσαν να ομολογήσουν καν στους εαυτούς τους τη βαθύτερη αιτία της δυσφορίας τους για την πιο αχαλίνωτη και άγρια πλευρά αυτής της ουρανόφερτης μαγείας.

Μήπως . . . μήπως όταν η σελήνη ήταν μπλε, απλά έπεφτε ένα πέπλο από κάτι το οποίο ήταν εξ αρχής εκεί; Αόρατο αλλά . . . πανταχού και πάντα παρόν;

Μήπως τελικά η ενέργεια αυτή έλεγχε τους ίδιους; Και μάλιστα από πάντα;

Μήπως ο παλμός αυτός ήταν η αλήθεια στη βάση του κόσμου τους, και όχι οι νόμοι της καθημερινής φύσης που γνώριζαν να χρησιμοποιούν - προσεκτικά αλλά πολύ καλά - μέσα από το συμβολισμό των τίτλων τους σαν Αρχιμάγος, Ερημίτης, Εραστής/Εράστρια (ποτέ 'ερωμένη' σε τέτοια σύναξη), Δικαιοσύνη, Ακόλουθος Κούπα, Πέντε των Διαμαντιών και όλων των υπόλοιπων τίτλων της σύναξής τους;

Κι αν ο συμβολικός ύμνος που τραγουδούσαν προς τιμήν της νύχτας και της πανσελήνου - με "κορυφαίο" βέβαια το μάγο ή τη μάγισσα που είχε τον τίτλο "Σελήνη" - αναφερόταν όχι μόνο στην έλλειψη φωτός τη νύχτα ή στη χλομή, ακατοίκητη από ανθρώπους, σφαίρα του φεγγαριού που οι ίδιοι ανθρωποποιούσαν σαν "θεϊκά" όντα, αλλά σε πραγματικές δυνάμεις που ρύθμιζαν και ίσως εξουσίαζαν την πλάση και τους ίδιους;

Ή μήπως οι ουράνιες αυτές δυνάμεις έρχονταν από κάπου άλλου; Σαν μύθοι από τα άστρα που για λίγο γίνονταν αντιληπτοί μέσα στο μυστηριακό γαλάζιο φως, για να χαθούν πάλι στη λήθη όταν περνούσε αυτή η νύχτα;

"Λούνα Λεβάνα,
Κόρη του Φεγγαριού
και Μάνα,

Άρτεμις και Διάνα,
Ουνι-Άστρα και Ινάννα,

Νύχτα Καλοκαιριού
Γιαγιά, Βασίλισσα
και Μάνα…"


Και έτσι άλλαζαν κουβέντα αφήνοντας τέτοια "λεπτά" θέματα, σαν να μην υπήρχαν καν. Σαν όλα να ήταν όπως κάθε άλλη πανσέληνο, προκαθορισμένα και τυπικά και συζητούσαν για πολύ πιο "εγκόσμια" θέματα, παρατήρησε ο γάτος κουνώντας παιχνδιάρικα τα μουστάκια του.

Μάθατε πως η Καρμίνα, η "Επτά των Ράβδων", βρέθηκε αιχμάλωτη του ιεροεξεταστή; Ευτυχώς σαν αληθινή μάγισσα κατάφερε να ξεφύγει πολύ εύκολα κι ας την είχαν φιμώσει και δεν μπορούσε να αρθρώσει ούτε ένα "Σόλους και Διάνα -Ενδυμίωνα και Σελάνα - Βόηθα με, πατέρα-μάνα!"


Η Καρμίνα κάλεσε το "οικείο" της ζώο, έναν πολύ εμπαθικό δρακονέτο που ήταν απόλυτα συντονισμένος μαζί της από τη μέρα που την πρωτοείδε όταν βγήκε από το αυγό.
Οι φρουροί τρόμαξαν πολύ με το "δαίμονα" που εμφανίστηκε μέσα στη νύχτα ξερνώντας "πράσινες" φωτιές (κάτι θα είχε φάει ο καημένος ο δρακονέτος και τον είχε πειράξει). Πέταξαν τα κλειδιά της φυλακής, ο δρακονέτος τα έδωσε στην Καρμίνα, και έτσι το έσκασε αφήνοντας πίσω της μια κατάρα!
Ο ιεροεξεταστής έγινε τόσο πράσινος από μια αδιάκοπη διάρροια ώστε αποφάσισε να φύγει για πολύμηνες διακοπές. (Ο δρακονέτος - κατά μυστήριο τρόπο - συνήλθε αμέσως).

Η σύναξη γέλασε και παρευρισκόμενοι έψαξαν με τα μάτια να εντοπίσουν τα δικά τους "οικεία" ζώα, τόσο επειδή τα αγαπούσαν όσο και γιατί, ειδικά αυτή τη νύχτα, η συμπεριφορά των ζώων ήταν ο ακριβέστερος δείκτης πως όλα πήγαιναν καλά.

Ή. . . δεν πήγαιναν!

Όμως η νύχτα είχε προχωρήσει και όλα ήταν αρμονικά. Η μαγική κοινότητα είχε είχε πιει, είχε φάει, είχε ανταλλάξει νέα, κουτσομπολιά, εφευρέσεις, μαγικές φόρμουλες και νέες θεωρίες για την επιρροή των άστρων και τη χρήση των μαγικών φυτών.

Ο γάτος τους κοίταζε να απαγγέλλουν παραταγμένοι σε δύο ομόκεντρους κύκλους, με τα χέρια τους να κινούνται ρυθμικά προς τη γαλάζια σελήνη.

"Λούνα Λεβάνα,
Κόρη του Φεγγαριού
και Μάνα,

Άρτεμις και Διάνα,
Ουνι-Άστρα και Ινάννα,

Νύχτα Καλοκαιριού
Γιαγιά, Βασίλισσα
και Μάνα,

στης Γης τη μήτρα
Μαμή και Παραμάνα

Αστρόφερτος ο Ήλιος,
Σύντροφός σου,
ας βοηθά να

τηρείται αλεξίθυμος
του κόσμου ο ρυθμός,
αειπλάνα...


Ο γάτος κούνησε την ουρά του παιχνιδιάρικα, νιώθοντας κι αυτός την αλλόκοτη ενέργεια να χαϊδεύει αισθησιακά τη γούνα του. Χαμογέλασε κάτω από τα μουστάκια του και πήδηξε από φράχτη.

"Όχι απόψε" είπε κάνοντας μια τούμπα στον αέρα, στην προσπάθεια να τσακώσει μια νυχτοπεταλούδα.
Πριν καν προσγειωθεί, ήξερε πως ένα άλλο πλάσμα κρυβόταν μέσα στα χόρτα που γεμάτα υγρή δροσιά, ανάσαιναν κι αυτά το μπλε φως. Πριν ακουμπήσει τα μπροστινά του πόδια στο έδαφος, ήξερε πως ήταν ένα φίδι. Τα πίσω πόδια του ακούμπησαν στιγμιαία στο χώμα και με μια ρευστή κίνηση όλου του σώματός του, ξαναπήδησε προς το πλάι για να προσγειωθεί μερικά μέτρα πιο πέρα, σε απόσταση ασφάλειας από το φίδι.

Προσεκτικά, αθόρυβα, ο κόκκινος γάτος πλησίασε το σκούρο μωβ, διάστικτο με λαμπερά σημαδάκια, φίδι.

"Αν προσπαθήσεις να με δαγκώσεις, θα σε δαγκώσω και γω" είπε σφυριχτά το φίδι ανασηκώνοντας απειλητικά το κεφάλι του.

"Κι αν θέλω μόνο να παίξω μαζί σου;" ρώτησε πονηρά ο γάτος.

"Θα σε δαγκώσω και πάλι. Εκτός από την κυρά μου, δεν μ'αρέσει να παίζουν μαζί μου. Ειδικά γάτοι!" είπε ξανά το φίδι.

"Είσαι δηλητηριώδες φίδι;"

"Απόψε είμαι ό,τι και όποιος θέλω" είπε ξανά το φίδι, "όπως και συ. Απόψε είναι η νύχτα που το φεγγάρι είναι μπλε. Απόψε το απαγορευμένο γίνεται επιτρεπτό και οι νόμοι της φύσης, ο παλμός της, έχει αλλάξει."

"Γι'αυτό μπορείς και ακούς;" ρώτησε ο γάτος, αν και γνώριζε την απάντηση ήδη.

"Πάντα μπορώ να ακούω, χαζοβιόλικο αιλουροειδές!" είπε προσβεβλημένο το μωβ φίδι. "Αλλά όχι με αυτιά. Ακούω τους παλμούς της γης, την αντήχηση των βημάτων αυτών των απαίσιων, δολοφονικών ανθρώπων, τα ζώα και τα έντομα που τρώω. Τα ακούω με το σώμα μου που ακουμπά πάντα στο κορμί της Γης της ίδιας!" κατέληξε με υπερηφάνεια στη φωνή του.

"Τι το ιδιαίτερο έχεις λοιπόν, αυτήν την τόσο ιδιαίτερη νύχτα; Δε φαντάζομαι να νομίζεις πως το να μιλά ένα φίδι με ένα γάτο αντί να…χμμ…'παίζουν', είναι τόσο εντυπωσιακό για τη νύχτα που φεγγάρι είναι μπλε;" είπε ειρωνικά ο γάτος.

"Γιατί δεν κοιτάς τι το εντυπωσιακό μπορείς να κάνεις εσύ, απόψε, αντί να κρίνεις τι κάνουν οι άλλοι, περίεργε γάτε;" σφύριξε ενοχλημένα το φίδι.

"Αυτό είναι πρόκληση; Ποιος θα τιμήσει τη μπλε νύχτα καλύτερα και εντυπωσιακότερα;" νιαούρησε εξ ίσου ενοχλημένος ο γάτος, τινάζοντας πέρα-δώθε την ουρά του.

"Ακριβώς!" είπε το φίδι και οι φολίδες του με τα αστεράκια τρεμούλιασαν και άστραψαν στο μπλε φως.

"Πολύ καλά!" ρουθούνισε ο γάτος. "Κανόνες;"

"Kανένας!" είπε το φίδι, βγάζοντας τη διχαλωτή μπλαβιά γλώσσα του, σαν κορόιδευε τον αιλουροειδή συνομιλητή του.

"Ακριβώς!" σφύριξε και ο γάτος με τα πράσινα μάτια του να λάμπουν και άνοιξε το στόμα του σαν να χαμογελούσε με πονηρή ικανοποίηση.

Στηρίχτηκε στα πίσω πόδια του και πήδηξε στον αέρα. Στριφογύρισε για λίγο και η μορφή του φάνηκε να γίνεται ένα με το γαλάζιο φως για μια στιγμή, πριν αρχίσει να μετατρέπεται, να γίνεται όλο και πιο ανθρώπινη ώσπου σε λίγο ένας κοκκινομάλλης άντρας με πλατύ χαμόγελο, ντυμένος με αλλόκοτα, αταίριαστα μεταξύ τους ρούχα πετούσε στον γαλαζωπό αέρα προς το σημείο πάνω από τους μάγους που ακόμα τραγουδούσαν, εκεί που χόρευε τώρα η γαλανοντυμένη Λούνα Λεβάνα.

Το μωβ φίδι τον κοίταξε για λίγο ψυχρά και άρχισε να σέρνεται στο έδαφος δημιουργώντας σχήματα με το σώμα του. Σχήματα που θύμιζαν γράμματα, αλλά σε μια άγνωστη γλώσσα που μόνο αυτό και η Γη γνώριζαν.

Ο κοκκινομάλλης άντρας άπλωσε το χέρι του προς τη θεά, εκείνη τον αναγνώρισε, τα ασημένια μάτια της άστραψαν και ο άντρας την έπιασε από τη μέση και ξεκίνησαν να χορεύουν στον ουρανό με το χαμόγελο να μη φεύγει ποτέ από τα χείλη του και τα πέπλα της Λούνα Λεβάνα να δημιουργούν σπείρες, κύκλους, σπείρες μέσα σε κύκλους καθώς ο ύμνος των μάγων κόντευε να ολοκληρωθεί.

Το διάστικτο με αστεράκια σώμα του φιδιού, φάνηκε τότε να απλώνεται, να απλώνεται, σαν να ήταν ύφασμα που ξετυλιγόταν, τα αστεράκια να γίνονται όλο και περισσότερα, ώσπου απλώθηκε, αόρατο και ανεπαίσθητο αλλά πανίσχυρο, σε όλο το χώρο πάνω στην επιφάνεια της γης και κάτω από τα πόδια της σύναξης των μάγων.

                                                   * * * * * * * * *

"Ποιος είναι αυτός ο ανόητος που χορεύει με τη Λούνα Λεβάνα;"ρώτησε παραξενεμένος και κάπως ενοχλημένος ο Μικρός Τυμπανιστής τη Γιαγιά Νύχτα.

H Γιαγιά γέλασε.

"Μη ζηλεύεις, αγόρι μου. Μόνο απόψε θα χορέψουν μαζί. Δεν θα σου έλεγε κάτι το όνομά του. Έχει έρθει από… από αλλού! Από μύθους που ανήκουν στα άστρα! Λέγεται ΜαγΑιτιοΓραμμιστής ο Πιθανός, ένας... Μάγος, αλλά όποτε εμφανίζεται στη Γη, όταν το φεγγάρι είναι μπλε, οι άνθρωποι τον λένε Τρελό, γιατί δεν ακολουθεί κανόνες και περιορισμούς, και οι μάγοι Ανόητο γιατί δεν αναγνωρίζει κανόνες και περιορισμούς. Όπως οι γάτοι!"

"Είναι πραγματικά Ανόητος!" είπε θυμωμένο το αγοράκι.

"Περισσότερο από όσο νομίζεις, μικρέ μου τυμπανιστή!" είπε η Γιαγιά Νύχτα. "Όσο για το φίδι…"

"Ναι;"

"Aυτό έχει περισσότερα ονόματα. Πάρα πολλά. Όσοι δεν το φοβούνται το αποκαλούν με ένα όνομα που σίγουρα γνωρίζεις. Παναιπόλο! Αυτόν που κάνει το σύμπαν να στρέφεται γύρω από τον εαυτό του. Εκείνοι που το φοβούνται το λένε… αλλιώς! Ένα όνομα που εσύ δεν μπορείς ποτέ να το καταλάβεις!"

"Ποιο είναι το όνομα που δεν μπορώ να καταλάβω;"

H Γιαγιά Νύχτα δεν απάντησε...


"Λούνα Λεβάνα,
Κόρη του Φεγγαριού
και Μάνα,

Άρτεμις και Διάνα,
Ουνι-Άστρα και Ινάννα,

Νύχτα Καλοκαιριού
Γιαγιά, Βασίλισσα
και Μάνα,

στης Γης τη μήτρα
Μαμή και Παραμάνα

Αστρόφερτος ο Ήλιος,
Σύντροφός σου,
ας βοηθά να

τηρείται αλεξίθυμος
του κόσμου ο ρυθμός,
αειπλάνα,


από διαθέσεις άδικες,
υπεριπτάμενη Σελάνα

μυστικών αρχέγονων φρουρέ,
Λούνα αργυρόχοη, Λεβάνα!

Λούνα Λεβάνα! Λούνα Λεβάνα!
Λούνα Λεβάνα!"


Ο ύμνος ολοκληρώθηκε και ο Αρχιμάγος κοίταζε τους συντρόφους του να απομακρύνονται. Οι κύκλοι μετατράπηκαν σε σειρές και η πομπή ξεκίνησε να κατηφορίζει αργά το λόφο.

Τα κόκκινα μακριά μαλλιά και το μούσι του μάγου είχαν πάρει μια παράξενη βυσινί απόχρωση στο μπλε φως του φεγγαριού.
Πίσω του η Αρχιμάγισσα ετοιμαζόταν να φύγει και κείνη, προτελευταία όπως ήθελε το πρωτόκολο.
Ο μάγος γύρισε και την κοίταξε. Δεν είχε προσέξει πως τον πλησίασε και για μια στιγμή ξαφνιάστηκε. Μόνο για μια στιγμή.

Χαμογέλασε και τα μάτια του έλαμψαν πονηρά.

Το σκούρο μωβ μακρύ φόρεμά της, τα πλατιά μανίκια, οι χρυσαφένιοι αστερισμοί κεντημένοι πάνω του, το βαθύ ντεκολτέ, τα μαύρα στιλπνά μαλλιά που έλαμπαν στο φεγγαρόφωτο, τα βαθιά, εβένινα μάτια.
Ήταν ελκυστική και επικίνδυνη, γεμάτη καλά φυλαγμένα μυστικά και μια αδιόρατη αύρα θλίψης.

"Θα φύγεις λοιπόν;" τη ρώτησε.

"Ναι. Όταν βρω το 'οικείο' μου."

"Έχεις καινούργιο ζώο, άκουσα."

"Ναι. Ένα φίδι πάλι. Το άλλο το σκότωσαν άνθρωποι."

Ο μάγος ανάσανε βαθιά.

"Λυπάμαι, Αεριχώ. Δάγκωσε κάποιον;"

Η μάγισσα γέλασε. Ο ήχος ήταν πικρός.

"Όχι φυσικά. Ήταν απόλυτα συντονισμένο μαζί μου. Η θέλησή του, θέλησή μου, ο ρυθμός μου, ρυθμός του, ο παλμός μου και δικός του. Ήθελε μόνο να φάει ένα σύκο. Το είδαν να πλησιάζει τη συκιά και το κομμάτιασαν με τα σκερπάνια τους."

"Μερικές φορές . . . " είπε ο μάγος και η φωνή του είχε κάτι απειλητικό, σαν από βροντή μιας μακρινής θύελλας.

Η αρχιμάγισσα το βρήκε πολύ ελκυστικό αυτό.

Απόψε.
Απόψε που το αλλόκοτο φως έκανε την καρδιά της να πάλλεται διαφορετικά, και η επιθυμία για το απαγορευμένο ξεχείλιζε στο κορμί της.

Γιατί ο Αρχιμάγος και η Αρχιμάγισσα ποτέ δεν έπρεπε να γνωρίσουν αληθινά ο ένας τον ά;λλον και να γίνουν ένα με κανέναν τρόπο! Ούτε και κανένα άλλο μέλος της Παράδοσής τους είχε αυτό το δικαίωμα.
Η ισορροπία της μαγείας που εξασκούσαν θα κινδύνευε να χαθεί αν ο καθένας δεν ακολουθούσε επακριβώς αυτό που απαιτούσε ο ρόλος του, χωριστά από κάθε άλλο ή άλλη, με μόνο τις τυπικές και καθορισμένες σχέσεις ανάμεσά τους να θεωρούνται επιτρεπτές. Μια μαγεία που έλπιζαν κάποτε να αλλάξει τον κόσμο τους.

Γιατί στον κόσμο που ζούσαν, όπου οι άνθρωποι φοβούνταν τόσο πολύ τους "homines magοs", τους ανθρώπους-μάγους δηλαδή, έπρεπε να είναι όσο πιο προσεκτικοί γινόταν. Γιατί ακόμα και μια τυχαία εμφάνισή τους, ένα τυχαίο μαγικό, θα μπορούσε να δημιουργήσει πανικό στους ανθρώπους, και αθώοι συνάνθρωποί τους που δεν είχαν καμμία σχέση με τη μαγεία, να βρεθούν αντιμέτωποι με το σκληρό, απάνθρωπο ιερατείο.

Δεν ήταν όμως μόνο το απειλητικό βλέμα του μάγου που η αρχιμάγισσα Αεριχώ έβρισκε ελκυστικό. Τα σπινθηροβόλα σμαραγδένια μάτια του μάγου, τα μακριά κόκκινα μαλλιά, τα δυνατά χέρια, οι στιβαροί ώμοι και το δυνατό στέρνο, το ευλύγιστο κορμί του που δεν κρύβονταν κάτω από το μανδύα του, η ανεξαρτησία και η σοφία που ανέδιδε κι ας ήταν τόσο νεώτερος από εκείνη. Η ζωώδης δύναμη που παλλόταν μέσα στο κορμί και τη ματιά του.

Με μια ρευστή κίνηση πέρασε το χέρι της πάνω από το ντεκολτέ του φορέματός της χαϊδευτικά. Τα μακριά νύχια της, βαμένα μωβ με χρυσά αστεράκια πάνω σε κάθε νύχι, άστραψαν στις ακτίνες του φεγγαριού. Μισάνοιξε τα χείλη της και χαμήλωσε τα βλέφαρά της κοιτώντας τον αρχιμάγο . . .

"Θα ήθελες να το δεις, Κόννλα;" ρώτησε γλιστρώντας, θα έλεγε κανείς, λίγο πιο κοντά στον μάγο.

". . . Ποιο;" ρώτησε ο μάγος σταυρώνοντας βιαστικά τα χέρια του μπροστά του, αποφεύγοντας το βλέμμα της Αρχιμάγισσας και προσπαθώντας να συγκρατήσει το τρέμουλο που ένιωθε να ανεβαίνει από το στομάχι στο λαιμό του.

"Το φίδι μου. Το νέο μου 'οικείο'. . ."

"Α. Ναι . . . Ναι, βέβαια. Και συ; Θέλεις να στον δείξω;" είπε πάλι ο μάγος.

". . . Ποιον;"

"To γάτο μου. Τον δικό μου 'οικείο'."

"Δεν τον είχα δει την περασμένη πανσέληνο του Θερινού Ηλιοστάσιου όταν χορεύαμε γύρω από τη φωτιά;"

Το αδιόρατο μειδίαμα που φάνηκε στις άκρες των χειλιών της Αεριχώς δεν πέρασε απαρατήρητο από τον αρχιμάγο.

"Όχι όπως είναι τώρα!" Τα μάτια του άστραψαν καταπράσινα."Όχι μια τέτοια νύχτα, γαλάζιας μαγείας, θέλω να πω. Όταν το φεγγάρι είναι μπλε κι η φύση πάλλεται αλλιώς. Χωρίς κανόνες!"

"Κανέναν κανόνα;" είπε εκείνη.

"Ακριβώς!"

Προσεκτικά, αθόρυβα, ο αρχιμάγος Κόννλα πλησίασε τη μάγισσα, ελπίζοντας πως η Αεριχώ δεν θα άκουγε την καρδιά του που παλλόταν παράξενα, όχι με τον γνωστό της ρυθμό, όπως παλλόταν όλο το κορμί του. Δεν ήξερε μόνο πως και η Αρχιμάγισσα έλπιζε ακριβώς το ίδιο…

"Τον βλέπω ήδη να χορεύει…" ψιθύρισε η Αεριχώ καθώς τα χείλη της ενώθηκαν με του Κόννλα, και ο ίδιος παλμός, ο παλμός της γαλάζιας Σελήνης που ανασήκωνε ελαφρά τη γήινη φύση προς τον ουρανό, κατέλαβε και όλα τα άλλα μέλη της μαγικής σύναξης.


                                                       * * * * * * * * *


Καθώς το φεγγάρι έφτανε στη δύση και η Λούνα Λεβάνα γύρισε κοντά στη Γιαγιά Νύχτα, οι μάγοι και οι μάγισσες επέστρεφαν αναψοκοκκινισμένοι μέσα από το δάσος, προσπαθώντας να σιάξουν τους μανδύες ή τα φορέματά τους, και να σουλουπώσουν τα γεμάτα πούσια, ανάκατα μαλλιά τους χωρίς να προκαλέσουν την προσοχή των άλλων (αποτυγχάνοντας εντελώς).

Σε ένα χωράφι, ένας κοκκινογούνης γάτος και ένα μωβ φίδι διαφωνούσαν έντονα σχετικά με το ποιος τίμησε καλύτερα τη νύχτα που το φεγγάρι ήταν μπλε, ώσπου σταμάτησαν να μπορούν να καταλαβαίνουν ο ένας το άλλο.
Το φίδι γλύστρισε μέσα από τα χορτάρια αναζητώντας τη μάγισσα-κυρά του για να το ζεστάνει, ενώ ο γάτος έτρεξε χαρούμενος να χαϊδευτεί στα πόδια του μάγου του.


Kαι ο μικρός τυμπανιστής - που ήταν Μέγιστος Τυμπανιστής πια - αποχαιρέτησε τη Γιαγιά του και την αγαπημένη του, και ανέτειλε υπέρλαμπρος και μεγαλειώδης.

                                                         * * * * * * * * *
                        

Copyright: Διονύσης (Dain) Τζαβάρας, 2008

This is GNN - Special Newsflash!



Η ιστοριούλα αυτή ήταν η  συμμετοχή μου στην ανάγνωση  κωμικών διηγημάτωμ ε.φ. μέχρι 530 λέξεις, στα πλαίσια του 4ου Φεστιβάλ Ε.Φ. στην Ερμούπολη Σύρου το φετεινό Μάιο, γραμμένη στο στυλ των GNN News που δημοσιεύω πού και πού.
Νομίζω πως η ιστορία άρεσε και σίγουρα μ'άρεσε και μένα να τη γράψω ΚΑΙ να πάρω το "βάπτισμα του πυρός" στην ανάγνωση μπροστά σε κοινό, και μάλιστα άγνωστο!

                                                    * * * * * * *



Ο ΘΡΥΛΟΣ ΤΗΣ ΣΕΡΒΕΣΑ ΙΣΣΕΡ

------------------------------------------


Καλησπέρα σας, έλλογα όντα κάθε φυλής, είδους, και σοφοντολογικής κατάταξης.

Παρακολουθείτε τα απογευματινά Νέα του Γαλαξιακού Νοοδικτύου GNN!

Ενεργοποιήστε το εμφύτευμα στο σώμα σας για να βιώσετε σε πλήρη εικονικότητα τι συμβαίνει στο γαλαξία το τελευταίο μικροδευτερόλεπτο!

Θα δείτε σε απ'ευθείας σύνδεση, αποκλειστικά από το GNN, τη λύση ενός μεγάλου ιστορικού μυστηρίου των τελευταίων αιώνων.

Όλοι γνωρίζουμε τη θρυλική πριγκίπισσα Σερβέσα Ίσσερ που έζησε πριν χιλιετηρίδες σε έναν απομακρυσμένο, νεκρό κόσμο στις παρυφές του γαλαξία.
Η πιθανή ζωή της έχει γίνει αντικείμενο πάμπολλων μελετών και καλλιτεχνικών δημιουργημάτων, όπως η γνωστή όπερα "Σερβέσα Ίσσερ", ώστε ο θρύλος να έχει εισχωρήσει στη γαλαξιακή κουλτούρα σαν σύμβολο μιας παλαιάς και αναμφισβήτητα ρομαντικής εποχής, για την οποία γνωρίζουμε ελάχιστα!

Ο ανταποκριτής μας ταξίδεψε στο χώρο των ανασκαφών όπου ο καθηγητής αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου της Πανγαλάξια Κύριος Όρφικους Νεο-Καρτεσιάνους θα αποκαλύψει στο γαλαξία το νέο εύρημα που χωρίς αμφιβολία αποδεικνύει την ύπαρξη της πριγκίπισσας!
Πιθανότατα μάλιστα το τεχνούργημα που ανακαλύφθηκε να μας δώσει μια λεπτομερέστατη βιογραφία της όπως καταγράφτηκε στα αποθηκευτικά μέσα της εποχής της!

Συνδεόμαστε αμέσως με τον αρχαιολογικό χώρο και τον ανταποκριτή μας!

"Κύριε καθηγητά, πείτε μας μερικά λόγια για το θρύλο της Σερβέσα Ίσσερ."

"Ναι. Όπως γνωρίζετε πριν δύο αιώνες ανακαλύψαμε στα συντρίμια ενός διαστημόπλοιου μια . . . ταπετσαρία από ένα πολυμερές υλικό. Ήταν διαλυμένη σε αρκετά κομμάτια, αλλά μερικά έφεραν διακριτές λέξεις, γράμματα και το πορτραίτο της όμορφης, γελαστής πριγκίπισσας.

Οι γλωσσολόγοι μας ξόδεψαν χρόνια για να καταλάβουν την πιθανότερη σημασία του πορτραίτου και των λέξεων και να συνθέσουν μια εικόνα της ζωής της.
Ευτυχώς κάποιες λέξεις ήταν ολόκληρες και με βάση αυτές ανασυντέθηκε το αρχικό κείμενο από το οποίο μάθαμε την ταυτότητά της. Η "ταπετσαρία" είναι το εξώφυλλο μιας πολύ μεγαλύτερης βιογραφίας.
Είχαμε πλήρεις τις λέξεις "τέλεια", "πριγκίπισσα", "ευαίσθητες", τμήματα όπως "ερ", "ες", "τις", "βι", "σερ" κλπ. και αρκετά σκόρπια γράμματα.
Ανασυνθέσαμε λοιπόν τη φράση του τίτλου της βιογραφίας κατά τη μέγιστη δυνατή προσέγγιση.

Έλεγε: "Σερβέσα Ίσσερ: Η τέλεια πριγκίπισσα με τις ευαίσθητες ματιές."

Προφανώς ο τίτλος αναφέρεται στον γεμάτο κατανόηση τρόπο που η "τέλεια" πριγκίπισσα κοίταζε τους υπήκοούς της, επιβεβαιώνοντας πως είχε γλυκιά φύση όπως στο πορτραίτο της."

"Όλοι γνωρίζουμε τη σημασία του ευρύματος και πόσο άγγιξε τις ρομαντικές χορδές μας. Αλλά τι είναι το νέο τεχνούργημα που ήρθε στο φως;"

"Ένα πλήρες αντίτυπο της βιογραφίας αποθηκευμένο σε πρωτόγονα μέσα, φτιαγμένα από φυσικές ίνες και κάποιο πορώδες πολυμερές, με το ίδιο ακριβώς εξώφυλλο! Όντας θαμμένο επί χιλιετηρίδες, το τεχνούργημα είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο, γι'αυτό θα τηλεμεταφερθεί σε ειδικό κώδωνα, κενό αέρος, ώστε να μη διαλυθεί.
Με συγχωρείτε τώρα! Με ειδοποιούν πως ο τηλεμεταφορέας είναι έτοιμος!"

"Σε λίγο θα διαβάσουμε μαζί με τον καθηγητή, αγαπητοί νοοθεατές, την αλήθεια για τη Σερβέσα Ίσσερ. Ακούω τον τηλεμεταφορέα και . . . ναι!! Το τεχνούργημα βρίσκεται στον κώδωνα! Ω, είναι πραγματικά απερίγραπτης ομορφιάς! Κύριε καθηγητά . . .έχετε προφανώς ιδρώσει από τη συγκίνηση. Πέστε στα τρισεκατομμύρια νοοθεατές μας τον πραγματικό τίτλο της βιογραφίας.
Κύριε καθηγητά;"

"Δεν καταλαβαίνω . . .ο . . .τι . . .τίτλος . . ."

"Ο τίτλος τι, κύριε Νέο-Καρτεσιάνους; Mη μας κρατάτε σε τόση αγωνία!"

"Ο τίτλος είναι . . .'Πριγκίπισσα Εμι: H τέλεια σερβιέτα στις ευαίσθητες μέρες σας.'
Είναι άλλη πριγκίπισσα. Aλλά τι θα πει 'σερβιέτα;'"


                                                         * * * * * * * * *

Copyright: Διονύσης (Dain) Τζαβάρας, 2008
Τέταρτο αλλά ανεξάρτητο μέρος από κωμικά, και όχι μόνο, επεισόδεια επιστημονικής φαντασίας. To πρώτο επεισοδιάκι δεν σατιρίζει κάποια θρησκεία αλλά ομάδες "κολλημένων" φανς διαφόρων σειρών.
Σαν να μου φαίνεται κιόλας πως όσο πάνε γίνονται και πιο περίπλοκα και λεπτομερή τα "Νέα". Χμμ... (Και κάντε και κανα σχόλιο).
Tα μέρη 1, 2, και 3, βρίσκονται εδώ: This is GNN 1 , This is GNN 2, This is GNN 3



THIS IS GNN NEWS (GALACTIC NOUMENAL NETWORK NEWS) 4.


Choisissez votre langue......Wählen Sie Ihre Sprache......Choo...<Θα αλλάξω εμφύτευμα. Δεν πάει άλλο! Ελληνικά θέλω, κωλόπραμα!!>... Επιλέξτε γλώσσα.


Μεταφραστής λειτουργεί κανονικά.

Επιλέξτε παρουσιαστή. ...


THIS IS GNN NEWS. Επισκεφτείτε τώρα το Νοο-χώρο μας για τετραδιάστατη ενημέρωση: 4dttp://GWW.GNN.hypergate:48239807.COM.mwg

Πιέστε το πλήκτρο σύνδεσης με το Νοο-Δίκτυο πάνω στο σώμα σας για άμεση επαφή. Γεγονότα του τελευταίου πικοδευτερόλεπτου.


THIS IS...GNN News. The Galactic Noumenal Network News!



Καλησπέρα σας κύριες, κύριοι και οντότητες κάθε είδους, κλάδου, φυλής, απόχρωσης, βιοψυχολογίας και σοφοντολογικής κατάταξης.


Βίαια επεισόδια αμαύρωσαν για άλλη μία φορά το Συνέδριο Παλαιονοητικών Θρησκειών που πραγματοποιούνταν αυτή την εβδομάδα (31 Μαρτίου - 6 Απριλίου 3017) στον Μπορεάλις. Παλαιοαστροημερολογίτες Τρεκιστές συγκρούστηκαν με ομάδα των Τζενταϊστών της Πρώτης Τριλογίας.

Αφορμή της συμπλοκής στάθηκε η άρνηση των Τρεκιστών να αναγνωρίσουν την "Ύπατη Αγιότητα" του Αγίου Γεωργίου Λουκά - μεγάλου Προφήτη του Τζενταϊσμού - πράγμα που έκανε το Συμβούλιο των Τζενταϊστών της Π.Τ. να αφαιρέσει το όνομα του Αγίου Ευγενίου του Ροδενβέρη από το επίσημο "Εορτολόγιο των Μικρών" της Εκκλησίας τους.
Αποκαλώντας οι μεν τους δε "Αιρετικούς", "Σχισματικούς" και "Ιερόσυλους" άρχισαν να σπάνε και να πετούν τα ιερά αντικείμενα των δύο μεγάλων δογμάτων που εκτίθενταν στο συνεδριακό κέντρο της Σιντέρεα, πόλης του Μπορεάλις.

Η Μπορεαλινή αστυνομία - που ήδη περίμενε να γίνουν επεισόδια - προσπάθησε να συγκρατήσει το πλήθος, αλλά όταν οι Τζενταϊστές έσκισαν την "Επί Αφίσης Αγία" Εικόνα του Προφήτη Κέρκιου, - του ενός από τους δύο Μεγάλους Προφήτες των Παλαιοαστροημερολογιτών Τρεκιστών - οι Τρεκιστές έσπασαν τον πανάρχαιο πλαστικό Ιερό Ιέρακα της Χιλιετηρίδος! Μετά από αυτές τις ανείπωτα ανίερες πράξεις επικράτησε τέτοιο χάος ώστε οι αστυνομικές δυνάμεις ήσαν ανίσχυρες να ελέγξουν τους έξαλλους πιστούς και ιερείς.

Έγιναν αρκετές συλλήψεις και υπήρξαν τραυματισμοί αλλά ευτυχώς όχι θύματα.
Οι εκπρόσωποι των άλλων Παλαιονοητικών Θρησκειών αποχώρισαν από το Συνέδριο και μόνο ένας Καλόγερος του Ζεν Μπαμπυλωνισμού-5 σχολίασε: Που να τους πάρουν όλους οι Σκιές να ησυχάσουμε πια! Για όνομα του Αγίου Σεριδανού και της Οσίας Ντελέννης δηλαδή, θου Στραζύνσκιε φυλακήν τω στόματί μου και κολάζομαι!


---------------------------------------------------


Το αγαπημένο περιοδικό εκατομμυρίων αναγνωστών σε όλο το ηλιακό σύστημα Interplanetary Areographic, σας εύχεται Καλές Γιορτές και Ευτυχισμένο το 2190!
Γιορτάζοντας και τα δικά του 110α γενέθλια, το περιοδικό Αρειανολογίας και Αρεογραφίας προσφέρει εντελώς δωρεάν σε κάθε νέο ή παλαιό συνδρομητή ένα υπέροχο VCC (Virtual Crystal Cube), που περιέχει ένα πολύωρο 3d ταξίδι σε ολόκληρο τον Άρη!
Ταξιδέψτε μαζί με το Interplanetary Areographic απ'άκρη σ'άκρη στον κόκκινο πλανήτη, από τη Βόρεια Βάση στον Πόλο μέχρι την Οlympusland, από τα νέα κανάλια στο Schiaparelli, μέχρι την πόλη Χρυσηίδα στην Valles Hellas Martiana, όπως και στον πιο "ιερό" τόπο των Αρειανών, Utopia Planitia, όπου βρίσκεται το Μνημείο του Βίκινγκ-2!
Προσβλέποντας μάλιστα και στο μέλλον, το VCC περιέχει και ένα φανταστικό ντοκυμαντέρ στον "μπλε και πράσινο" Άρη που θα γίνει πραγματικότητα σε λίγους αιώνες. Οδηγοί σας σ'αυτό το υπέροχο ταξίδι οι γνωστοί VIPS (virtual personalities) Τζον Κάρτερ και Ντέγια Θόρις!
Περιοδικό Interplanetary Areographic. Για να νιώθετε σαν Αρειανοί, και όχι σαν "γήινοι", στον Άρη!


---------------------------------------------------


Το "Δάκρυ", το πασίγνωστο Διαμάντι του Στέμματος της Κραταιάς Εικονικής Αυτοκρατορίας της Βρετάνα, κλάπηκε χτες από το μέτωπο της Αυτής Μεγαλειότητας, Βασίλισσας Ελιζέμπα Ορφέα Γενεβιέβη της 32ης.
Η βασίλισσα που βρίσκεται σε περιοδεία στην Πανμεγίστη Σολάρια για τον εορτασμό των 2000 χρόνων βασιλείας της, είχε καταλύσει με την ακολουθία της, στο εξακοσιοστό ενενηκοστό ένατο πεδίο του ορατού κόμβου της Μυθαστρίας που βρίσκεται σε γεωσύγχρονη τροχιά στο διάστημα πάνω από την αιωρούμενη ΟλοΣυνειδησεομονάδα Mισό, μισό! Τι θα πει ΟλοΣυν...πώς το είπες;...bzzzt...ΟλοΣυνειδησεομονάδα: Νεολογισμός του 102ου αιώνα με κύριο νόημα ανάλογο, αν και υπεραπλουστευμένο, με την παρελθούσα ορολογία για τη λέξη "Πόλη"...bzzzzt> Βενέζια{coelestis}Νόβα στην Ατλάντικα της Γης.

Όπως είναι γνωστό, πριν δύο χιλιετηρίδες, κατά τα τέλη του 82ου αιώνα η Αυτοκρατορία της Βρετάνα κατελάμβανε μερικές δεκάδες κόσμους στο γαλαξιακό βραχίονα "Νόρμα". Εξ αιτίας της ενεργειακής κρίσης που μάστιζε τότε την Αυτοκρατορία, και ειδικά το σύστημα της αυτοκρατορικής πρωτεύουσας Βρετάνα, η τότε μονάρχης Ελιζέμπα Ρομανόλα Μπερενγκάρια η 20η επέτρεψε να δημιουργηθεί ένα σύστημα απορρόφησης του πλάσματος από όλους τους ήλιους που φώτιζαν τους κόσμους της αυτοκρατορίας.
Το σύστημα όμως αυτό ήταν τόσο ασταθές που τα άστρα δεν άντεξαν και ένα μετά το άλλο άρχισαν να εκρήγνυνται σε διάστημα λίγων ετών. Η κατάσταση ήταν μη αναστρέψιμη και η μόνη λύση για την επιβίωση των δισεκατομμυρίων υπηκόων ήταν να μεταφερθεί ολόκληρος ο πολιτισμός της αυτοκρατορίας σε έναν τεχνητό εικονικό κόσμο.

Όλοι οι κόσμοι, όλοι οι κάτοικοι, όλες οι πόλεις, όλα τα φυτά, ζώα, μηχανές, όλο το νοητικό Δίκτυο μεταφέρθηκε μέσα σε ένα "Διαμάντι" φτιαγμένο στην καρδιά του άστρου που ακόμα φώτιζε τη Βρετάνα, λίγο πριν εκραγεί. Το διαμάντι έχει σχήμα δακρύου και συμβολίζει τα δάκρυα και τη μετάνοια των Βρετανιανών για την αυτοκαταστροφή τους όταν ο ήλιος της Βρετάνα εξερράγη και εξαέρωσε τον πλανήτη.

Η τωρινή βασίλισσα επιλέχτηκε σε ηλικία μόλις 19 στάνταρ ετών να αποκτήσει μερική αθανασία και να φέρει το διαμάντι στο μέτωπό της για όλη την αιωνιότητα. Έτσι σήμερα η Κραταιά Εικονική Αυτοκρατορία της Βρετάνα αποτελείται από χιλιάδες εικονικούς κόσμους με τρισεκατομμύρια υπηκόους, που συνδέονται με το φυσικό σύμπαν μόνο μέσω του Γαλαξιακού Νοοδικτύου και της βασίλισσας.

Οι συνέπειες που μπορεί να έχει η κλοπή αυτή και, ακόμα περισσότερο, η πιθανή καταστροφή του "Δακρύου" για όλο το γαλαξία είναι ανυπολόγιστες. Εξ άλλου το μοντέρνο τηλεπροθετικό Νοοδίκτυο χρωστά πολλά στην τεχνολογία που ανέπτυξαν οι τεχνητές νοημοσύνες των εικονικών Βρετανιανών τις τελευταίες δύο χιλιετηρίδες.
Κανείς δεν γνωρίζει ούτε πώς έγινε η κλοπή, ούτε για ποιο λόγο. Η βασίλισσα φυσικά έπεσε σε κώμα, λόγω της απόλυτης συμβιωτικής σχέσης που έχει με το "Δάκρυ".
Το μόνο ελπιδοφόρο είναι πως το διαμάντι δεν έχει καταστραφεί, αλλιώς η βασίλισσα θα είχε πεθάνει!

Οι Ιππότες Της Σπειροειδούς Τράπεζας - Μυθάστριοι πράκτορες στην υπηρεσία της βασίλισσας - βρίσκονται ήδη σε συμβούλιο μαζί με τις αρχές της Πανμεγίστης Σολάρια στη Βενέζια{coelestis}Νόβα, για να αποφασίουν την επόμενη κίνησή τους ώστε να βρεθεί και να επιστραφεί το Δάκρυ στο μέτωπο της "κοιμώμενης βασίλισσας" Ελιζέμπα Ορφέα Γενεβιέβη της 32ης.


----------------------------------------------------------------


Ένα πολύ ευχάριστο νέο για όσους σκέφτονται να περάσουν τις διακοπές τους στα Βυθισμένα Νησιά του Αιγαίου.
Από αύριο 11 Ιουλίου 2979 οι εξωκόσμιοι τουρίστες που φτάνουν στη Γη δεν θα χρειάζεται πια να πηγαίνουν στην Αμφίτριτο, την Πρώτεα, τη Γοργώ και την Τέλεστο μέσω της Υπεράττικα - την μεγάπολη-πρωτεύουσα της Ευρωπαϊκής Επαρχίας της Ελλάδας κέντρο της οποίας είναι η παλαιά "Πόλις των Αθηνών" - αλλά με απευθείας τηλεμεταφορική σύνδεση από τις τροχιακές βάσεις.
Φυσικά, όσοι επισκέπτες θέλουν μια "γεύση από Αιγαίο" μπορούν να ταξιδεύουν και με τα συμβατικά αντιβαρυτικά "Δελφίνια" από τα λιμάνια του Πειραιά, της Αίγινας, της Ραφήνας και του Λαυρίου ή με το Υπεραττικό μετρό από τη γραμμή 38-Μπλε "Ομόνοια^17 - Μύκονος."


Πιέστε εδώ για ένα 3d-ινφόγραμμα σχετικά με τα Βυθισμένα Νησιά της Ελλάδας


Tα τέσσερα βυθισμένα "νησιά" Αμφίτριτος, Πρώτεα, Γοργώ και Τέλεστος
δημιουργήθηκαν ανάμεσα στον 27ο και 29ο αιώνα για πειράματα ή σαν τόποι εξορίας.

Η Αμφίτριτος δημιουργήθηκε αρχικά σαν υποθαλάσσια αποικία από τον νεο-τρανσανθρωπιστή (transhumanist) βιομήχανο Άλαν Μπλέηντ τον 4ο - συνεταίρο σήμερα των K.I.I. (Kadmian Intersolarian Industries) - σαν πείραμα για τη δημιουργία υποθαλάσσιων πόλεων αλλά στην πραγματικότητα ήταν κρησφύγετο της ομάδας αντίστασης ενάντια στη δικτατορία του καθεστώτος του "Συμβιωτικού", της σατανικής τεχνητής νοημοσύνης που είχε σκλαβώσει για δύο αιώνες σχεδόν όλη τη Γη.

Η Τέλεστος δεν ήταν παρά μια υποθαλάσσια επιστημονική βάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θεμελιωμένη στην αρχή του 27ου αιώνα, που έκανε έρευνες για να ανακαλύψει πιθανούς τρόπους να κλείσουν τα ρήγματα που προκάλεσαν τόσους καταστροφικούς σεισμούς στο παρελθόν. Όταν οι έρευνες στέφθηκαν ξαφνικά από απρόσμενη επιτυχία η βάση πήρε το όνομα "Τέλεστος".
Η ιστορική σημασία της βάσης βοήθησε στο να μην διαλυθεί αλλά να μείνει σαν ιστορικό μνημείο που με τα χρόνια έγινε τόπος προορισμού για πολλούς τουρίστες που αναζητούν υποθαλάσσιες συγκινήσεις στους "λόφους", τα "φαράγγια" και τα "βουνά" στο βυθό του Αιγαίου.

Η Πρώτεα και λίγο μετά η Γοργώ δημιουργήθηκαν σαν στρατόπεδα συγκέντρωσης γενετικά μεταλλαγμένων ανθρώπων που θέλησαν να μοιάσουν στα μυθικά όντα της θάλασσας, γοργόνες, τρίτονες κλπ. Η απαγόρευση από το καθεστώς του Συμβιωτικού προς τα νέα αυτά όντα να εμφανίζονται στον κόσμο της επιφάνειας και η αφαίρεση κάθε ανθρώπινου δικαιώματός τους, έκανε πολλά από αυτά - που δεν ήθελαν να υποστούν κοσμητική/γενετική χειρουργική και να γίνουν ξανά συμβατικοί άνθρωποι - να εξοριστούν ή αυτοεξοριστούν στη βυθισμένη Πρώτεα. Ενώ η Γοργώ - που απέκτησε το όνομά της αργότερα - ήταν αρχικά στρατόπεδο συγκέντρωσης όσων συμβατικών ανθρώπων υποστήριζαν τις επιλογές των Πρωτεέων.

Μερικές δεκαετίες μετά την πτώση του διαβολικού καθεστώτος μια μερίδα νεορομαντικών καλλιτεχνών από όλο το σύμπαν θέλησε να πλησιάσει τους ξενόφοβους Πρωτεείς και έτσι έφτιαξε την καλλιτεχνική αποικία Γοργώ, η ζωή στην οποία γρήγορα απέκτησε και μυστικιστικές προεκτάσεις, αναστηλώνοντας και επεκτείνοντας τα εγκαταλελειμένα κτίρια του στρατοπέδου συγκέντρωσης.
Τα βιτρώ των ναών στην "Χώρα" της Γοργούς θεωρούνται από τα ομορφότερα του γαλαξία, ενώ οι Σειρηναϊκοί Χοροί στο ετήσιο φεστιβάλ στην κοντινή Πρώτεα προσελκύουν χιλιάδες επισκέπτες κάθε άνοιξη.



--------------------------------------------------


Όσοι θέλετε να επισκεφτείτε την πανέμορφη Λουσίλλεα Νοκτάνα, πρωτεύουσα του Νόκτιλουξ (γνωστού και σαν Νυκτόφως), ενός από τους λιγότερο γνωστούς Παλαιούς Κόσμους, φροντείστε να ανανεώσετε το τηλεμεταφορικό σας εμφύτευμα σύντομα και οπωσδήποτε πριν το τέλος Σεπτεμβρίου 3515 (ημερομηνία Γης)!

Σε λίγες εβδομάδες, στα βόρεια πλάτη του Νόκτιλουξ θα εμφανιστεί το Χρυσαφένιο Σέλας όταν η σελήνη του πλανήτη θα βρεθεί μπροστά από τον ήλιο του. Το φαινόμενο συμβαίνει μία φορά κάθε 20 χρόνια!
Η έκλειψη θα διαρκέσει για 8 συνεχείς μέρες και ο ήλιος θα φαίνεται ακίνητος στον ορίζοντα. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα όχι μόνο την εμφάνιση του μεγαλειώδους Χρυσαφένιου Σέλαος αλλά και την αστραποβόλιση των ιδιότυπων λαμπερών νεφών, που είναι φωτεινά ακόμα και τη νύχτα, τα οποία έδωσαν στον πλανήτη το όνομά του.
Η πόλη Λουσίλλεα Νοκτάνα θα φωτιστεί ολόκληρη και κατάλευκη, με τους σπειροειδείς πύργους της να δημιουργούν ένα μοναδικό θέαμα από λευκό και χαλκόχρυσο φώς λίγο πριν ξεκινήσει η έκλειψη.
Μάλιστα, αν νιώσετε έντονη σεξουαλική διέγερση, μην ανησυχήσετε. Η ιδιότυπη δόνηση του ορατού φωτός τη στιγμή που όλος ο πλανήτης βυθίζεται στο χαλκόχρυσο χρώμα της έκλειψης επενεργεί στο νευρικό σύστημα των περισσοτέρων όντων ανοίγοντας τα κέντρα της ερωτικής επιθυμίας. Η ηδυπαθής Λουσίλλεα Νοκτάνα σας περιμένει!


-----------------------------------------------------------------
THIS IS...GNN News. The Galactic Noumenal Network News!

                                  ΟΙ ΠΑΠΥΡΟΙ ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ

Διονύσης (Dain) Τζαβάρας, copyright 2006.

Η ιστορία διαδραματίζεται στο σύμπαν της Μυθαστρίας, αλλά δεν είναι ακριβώς Μυθαστριακή ιστορία, με την έννοια πως δεν υπάρχουν Μυθάστριοι χαρακτήρες που να παίρνουν μέρος.
Όμως, λόγω "ιστορικής συνέχειας" και επειδή στην ιστορία αυτή γίνεται για πρώτη φορά κάτι που αργότερα θα έχει μεγάλο αντίκτυπο στην μελλοντική εξέλιξη του όλου μύθου για τη Γη, την βάζω στην κατηγορία "Αυτοτελείς Μυθαστριακές Ιστορίες".
Κάποια στιγμή ίσως γράψω και μια συνέχεια μια που η ιστορία άρεσε όταν την έβαλα στο sff.gr, όπως και οι πρωταγωνιστές της.
       

                                                  * * * * * * * * *



Το Σεράπειο καιγόταν.

Ένα από τα σημαντικότερα κτίρια της Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας - σύνολο από κτίρια στην πραγματικότητα - που περιείχε ένα μεγάλο μέρος των ανεκτίμητων θησαυρών της σοφίας της ανθρωπότητας δεν άντεξε στην πολιορκία του όχλου.
Και όταν δόθηκε η εντολή που του επέτρεπε να παραβεί το πνευματικό άσυλο του Ναού, όρμησε!
Ένας όχλος αλλόκοτος, αποτελούμενος όχι από ανθρώπους που είχαν ένα κοινό σκοπό, ή έστω μια κοινή παράνοια, αλλά από εχθρούς που λίγες μέρες πριν αλληλοσφάζονταν στους δρόμους της Αλεξάνδρειας.
Αυτοί που επέτρεψαν το μιαρό βιασμό που επιτελούνταν αυτή τη στιγμή, γνώριζαν πολύ καλά τον καλύτερο τρόπο για να εκμεταλλευτούν τα άγρια ένστικτα και τη μισαλλοδοξία του ετερόκλητου πλήθους.
Αρκούσε να εφεύρισκαν έναν κοινό εχθρό, για να ξεχάσει η κάθε θρησκευτική ή εθνική φατρία το μίσος που έτρεφε για την άλλη "μεριά", μέσα στην πανέμορφη κοσμοπολίτικη, διανοούμενη Αλεξάνδρεια.

Την Αλεξάνδρεια της τέχνης, του πνεύματος, της σοφίας και της γνώσης...

Και ο εχθρός είχε βρεθεί πάρα πολύ εύκολα.

Με σύμμαχό του το φόβο και την άγνοια, το πλήθος είχε προελάσει σαν πολιορκητικός κριός, σπάζοντας τις πύλες, σφάζοντας ανελέητα όποιον βρισκόταν μπροστά του, καταστρέφοντας τα αγάλματα, αρπάζοντας ό,τι μπορούσε ίσως να πουλήσει αργότερα σε κάποιο από τα παζάρια της μεγαλούπολης.

Το χάος που επικρατούσε δεν είχε προηγούμενο στη μνήμη ακόμα και των πιο γέρων. Η βεβήλωση της ανθρώπινης ψυχής από το μίσος είχε φτάσει στο σημείο ο όχλος να στραφεί ενάντια στους ίδιους τους ανθρώπους από τους οποίους αποτελούνταν.
Η αλληλοσφαγή τώρα που οι πύλες του Σεράπειου είχαν πέσει, ήταν η καλύτερη ευκαιρία για κάθε ξεκαθάρισμα λογαριασμών ανάμεσα στις φατρίες.
Ακόμα και άρρωστοι που είχαν καταφύγει εκεί. ώστε μέσα από ένα νυχτερινό όνειρο η θεότητα να τους φανερώσει την κατάλληλη θεραπεία, δεν είχαν γλιτώσει από το μένος και την κτηνωδία.
Γυναίκες και παιδιά, γέροι και ανήμποροι έπεφταν νεκροί με μόνο κριτήριο τη θρησκεία ή την εθνικότητά τους, πράγμα που ήξεραν καλά αυτοί που επέτρεψαν και, στην πραγματικότητα, προκάλεσαν αυτό το μίασμα. Αυτοί θα έβγαιναν κερδισμένοι όπως και ό,τι και να συνέβαινε.

Προσπαθώντας να σώσουν ό,τι μπορούσαν, οι δεκάδες βοηθοί-βιβλιοθηκάριοι φόρτωναν τους ανεκτίμητους πάπυρους σε κάρα, φυγαδεύοντάς τουςαπό τα φλεγόμενα κτίρια. Συχνά όμως δεν μπορούσαν καν να σώσουν τους εαυτούς τους.

Άλλοι πάλι έτρεχαν από πύλη σε πύλη στην προσπάθεια να κλείσουν τις ψηλές θύρες, να σώσουν τον πνευματικό θησαυρό που αποθηκευμένος μέσα στο Σεράπειο αποτελούσε ένα φάρος φωτός μέσα στο σκοτάδι που απλωνόταν πια.

Υπήρχαν και κρυφοί διάδρομοι, κρυφές αίθουσες και όσοι τις γνώριζαν έτρεχαν προς τα εκεί, μέσα στους καπνούς, τους κρότους, τα ουρλιαχτά των θυμάτων, τις κραυγές του όχλου, τον ορυμαγδό.

Μια νέα γυναίκα με μελαψό δέρμα και μαύρα κατσαρά μαλλιά, ντυμένη με ανατολίτικη φορεσιά, μακριά κελεμπία, σανδάλια και στο κεφάλι ένα κάλυμμα που ανέμιζε, έτρεχε προς την έξοδο μαζί με δεκάδες άλλους που χοροπηδούσαν ανάμεσα στα σπασμένα μάρμαρα, τα αναποδογυρισμένα αγάλματα, τα άψυχα κορμιά.

Κρατούσε έναν πάπυρο στην αγκαλιά της.

Ασθμαίνουσα, με αίμα να τρέχει από μια πληγή στο μέτωπό της, κοιτούσε ολόγυρα αναζητώντας κάτι ή κάποιον μέσα στο πλήθος.
Σήκωσε το χέρι της για να σκουπίσει τον ιδρώτα και το αίμα που έτρεχε, και ένα ασημένιο βραχιόλι έλαμψε στο φως του πρωινού ήλιου. Ήταν εξουθενωμένη.

"Αίμωνα!" φώναξε στα Ελληνικά. "Αίμωνα, που είσαι;"

Ένιωσε κάποιον να πλησιάζει πίσω της και η καρδιά της ανασκίρτησε. Γύρισε να κοιτάξει, φωνάζοντας πάλι το όνομα του Αίμωνα, ανακουφισμένη.

Αλλά δεν ήταν εκείνος.

Ένας άντρας, βρώμικος και κουρελής αλλά μεγαλόσωμος την άρπαξε από το χέρι.
Η ανάσα του βρωμούσε και μέσα από το άγριο χαμόγελό του φαίνονταν δόντια μισοσαπισμένα και κίτρινα.

Τα μάτια της γούρλωσαν από τον τρόμο. Είχε την επιλογή να αφήσει τον πάπυρο και να προσπαθήσει να αμυνθεί - μπορούσε να αμυνθεί - αλλά αυτό της ήταν το μόνο αδύνατον. Τον πάπυρο δεν θα τον άφηνε παρά μόνο νεκρή.

Ω, όλα είχαν πάει τόσο λάθος. Μα τόσο λάθος.

"Δεν είσαι Ελληνίδα. Είσαι πολύ μελαψή για να είσαι Ελληνίδα!" είπε ο άντρας.

"Γιατί λοιπόν, πόρνη, σχετίζεσαι με Έλληνα και όχι με κάποιον από το δικό σου έθνος; Eίσαι χριστιανή;"

"Όχι, ναι…δεν…" είπε η γυναίκα τρομοκρατημένη μην ξέροντας ποια θα μπορούσε να ήταν η σωστή απάντηση, παρ΄όλο που μέσα της γνώριζε πως δεν υπήρχε σωστή απάντηση. Όχι πια.

"Ούτε χριστιανή είσαι;" είπε ειρωνικά ο άντρας καθώς την τράβηξε προς την αγκαλιά του. "Ακόμα καλύτερα!"

Κρατώντας την σφιχτά, προσπάθησε να σκίσει το ρούχο της για να την απογυμνώσει. Ο σκοπός του ήταν παραπάνω από εμφανής και η γυναίκα, παγωμένη από τον πανικό που ένιωθε να αναδύεται μέσα της, ήταν έτοιμη να αφήσει τον πάπυρο και να προσπαθήσει να αμυνθεί, ακόμα κι αν χρειαζόταν να τον σκοτώσει.

Όλα είχαν πάει τόσο στραβά που ακόμα ένα λάθος δεν είχε σημασία πια.

Δεν χρειάστηκε όμως.

Ένα σφύριγμα ακούστηκε και ο άντρας τρεμούλιασε για μια στιγμή. Ένα μαχαίρι είχε καρφωθεί στο μέτωπό του. Σωριάστηκε στο χώμα νεκρός.

Η γυναίκα έστρεψε το βλέμα της προς τα εκεί από όπου είχε έρθει το μαχαίρι.

"Αίμωνα…" είπε απαλά, στη θέα του νεαρού ξανθού άντρα που έτρεχε τώρα προς το μέρος της.

"Φατάνα! Φατάνα, είσαι καλά;"

Ακούμπησε το χέρι του στην πληγή του μετώπου της ανήσυχος. Στον καρπό του φορούσε ένα βραχιόλι ίδιο με της γυναίκας. Ο ελαφρύς μανδύας του ήταν σκισμένος και λερωμένος σε πολλά σημεία, τα μαλλιά του ανακατεμένα από τον άνεμο και σκονισμένα.

Η Φατάνα ένευσε καταφατικά.

"Μην ανησυχείς. Είμαι καλά. Κοίτα, Αίμωνα! Τα καταφέραμε! Πήρα έναν πάπυρο! Είναι οι…"

Η φωνή της έσβησε ερωτηματικά σχεδόν, μην κατανοώντας το κλειστό ύφος του Αίμωνα. Θα έπρεπε να είχε δείξει περισσότερο ενθουσιασμό, σκέφτηκε η Φατάνα.

"Το…το πλοίο; Υπάρχει κάποιο πρόβλημα με το πλοίο;" ρώτησε ανήσυχη.

"Όχι. Το πλοίο είναι εντάξει. Ασφαλές. Μπορούμε να φυγούμε…" είπε εκείνος.

"Τότε; Γιατί αυτό το ύφος; Δεν σε ενόχλησαν οι σκηνές, έτσι δεν είναι; Ξέραμε πως…"

Ο Αίμων κούνησε το κεφάλι του αρνητικά.

"Δεν αρκεί ένας μόνο πάπυρος, Φατάνα, ύστερα από όλα τα προβλήματα, ύστερα από τόσο κόπο και τόσες θυσίες. Θα γελοιοποιηθούμε…"

Μια γυναίκα ούρλιαξε πιο πέρα και ακολούθησαν άγρια αντρικά γέλια. Ένα μωρό έκλαιγε. Ο καπνός που πλανιόταν στον αέρα από τις φωτιές μέσα στο Σεράπειο, οι φωνές, οι κρότοι, φάνηκαν στιγμιαία σαν να έρχονταν από έναν άλλο κόσμο, μια άλλη εποχή…

"Δεν μπορεί να προτείνεις…" προσπάθησε να πει με αυστηρό η Φατάνα, αλλά από το ύφος του νεαρού άντρα ήξερε ήδη την απάντηση και η φωνή της έσβησε...

"Θα πάω μέσα, Φατάνα. Θα πάω και θα σώσω όσους πάπυρους μπορώ! Δε θα υπάρξει άλλη ευκαιρία αν αυτή χαθεί. Εσύ πήγαινε στο πλοίο. Ήδη έκανες περισσότερα από όσα θα έπρεπε, και με κίνδυνο της ζωής σου. Άφησέ με να προσφέρω και γω αυτό που μπορώ να προσφέρω!"

Η γυναίκα τον κοίταξε για μια στιγμή σαν να ήταν έτοιμη να πει κάτι, αλλά δεν μίλησε.

Ένευσε μόνο καταφατικά.

"Εντάξει. Θα πάω στο πλοίο και θα είμαι σε ετοιμότητα. Όταν τελειώσεις, θα φύγουμε αμέσως. Πρόσεχε, Αίμωνα. Ξεκινήσαμε μαζί αυτό το ταξίδι και θέλω να το τελειώσουμε μαζί. Ζωντανοί και οι δύο!"

Ο Αίμων ξεκάρφωσε το μαχαίρι του από το κρανίο του νεκρού άντρα και άρχισε να τρέχει προς το κεντρικό κτίριο του Σεράπειου.

Η Φατάνα έκρυψε τον πάπυρο κάτω από την κελεμπία της και κοιτάζοντας προσεκτικά ολόγυρα έτρεξε προς μια πλαϊνή έξοδο η ξύλινη πόρτα της οποίας είχε σπάσει, αλλά φαινόταν άδεια και αφύλακτη τώρα, καθώς το μεγαλύτερο μέρος του όχλου είχε προχωρήσει προς τα ενδότερα του κτιριακού συγκροτήματος του Σεράπειου.
Εκεί όπου θα μπορούσαν να λεηλατήσουν περισσότερα, εκεί όπου τους είχαν πει πως κρύβονταν τα αμύθητα πλούτη της Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας.

Προσπαθώντας να μην αναπνέει τους καπνούς και τρέχοντας ο Αίμων γέλασε ειρωνικά με αυτές τις σκέψεις. Πράγματι ήταν αμύθητοι οι θησαυροί, αλλά όχι όπως νόμιζε ο αφηνιασμένος όχλος και οι παράφρονες υποκινητές αυτού του εγκλήματος που συντελούνταν στο Σεράπειο.

Μέσα στο κτίριο γινόταν χαλασμός. Παντού σπασμένα κομμάτια από βάζα, φωτιές και καπνός. Αγάλματα με κομμένα κεφάλια, πανικόβλητοι άνθρωποι που έβηχαν από τους καπνούς. Μια ομάδα ανδρών προσπαθούσε με σκοινιά να γκρεμίσει μία κολώνα στα πλάγια της αίθουσας χωρίς να σκέφτεται πως τα κομμάτια της θα μπορούσαν να πέσουν επάνω τους και να τους σκοτώσουν.

Ποτέ κάνενας όχλος ανθρώπων δεν σκέφτηκε τον αντίκτυπο που η βία θα μπορούσε να είχε επάνω στους ίδιους.

Ποτέ.

Γι'αυτό και ήταν τόσο εύκολα θύματα για όποιον ήξερε να τους εκμεταλευτεί.

Ο Αίμων είχε μόνο μια γενική ιδέα για το που έπρεπε να κατευθυνθεί. Ω, αν είχαν προλάβει να έρθουν μια μόνο μέρα πριν!

Ανέβηκε την κεντρική σκάλα προσέχοντας να μην τραυματιστούν τα σανδαλοφορεμένα πόδια του από τα θρύψαλα με τα οποία τα σκαλοπάτια ήταν γεμάτα. Έδεσε ένα μαντήλι γύρω από τη μύτη του και κατευθύνθηκε προς μια αίθουσα στα δεξιά.

Η πόρτα ήταν σπασμένη και βοηθοί-βιβλιοθηκάριοι φορτωμένοι με πάπυρους τους πέταγαν από τα παράθυρα του διαδρόμου. Προφανώς από κάτω περίμενε κάποιο κάρο για να τους μεταφέρει σε ασφαλές μέρος.

Ανάμεσά τους μια όμορφη, ψηλή γυναίκα - κάποια επιστάτης ίσως - έδινε εντολές καθώς φορτωμένη και κείνη με πάπυρους έτρεχε προς κάποια άλλη αίθουσα που ίσως οδηγούσε στα κρυφά μέρη του Σεράπειου, μακριά από τον όχλο.

Ο Αίμων ένιωσε την παρόρμηση να της μιλήσει, αναγνωρίζοντας ποια μπορεί να ήταν, αλλά ήξερε πως δεν ήταν θεμιτό αυτό.

Μπήκε στην αίθουσα.

Μισοσκότεινη, η τεράστια αίθουσα φωτιζόταν μόνο από δύο ορειχάλκινα καντηλέρια με πολλά κεριά. Ήταν γεμάτη εσοχές στις οποίες ήταν αποθηκευμένοι εκατοντάδες πάπυροι στους οποίους ήταν καταγραμμένη η γνώση και η σοφία της ανθρωπότητας.
Σε αυτή την αίθουσα, ήξερε ο Αίμων, βρίσκονταν πάμπολλα έργα Ελλήνων Τραγικών.
Αλλά τώρα με τον καπνό να έρχεται από παντού, κυριαρχούσε πλήρης αταξία. Πάπυροι σκορπισμένοι παντού, ράφια ανάκατα, άνθρωποι να τρέχουν ολόγυρα.

Αναρωτήθηκε αν θα έβρισκε έστω και έναν πάπυρο από αυτούς που έψαχνε.

Ξαφνικά μια γυναικεία κραυγή ακούστηκε και στην πόρτα φάνηκε η επιστάτης τρομαγμένη κρατώντας δύο πάπυρους στα χέρια της σαν να ήταν παιδιά της.

"Έρχονται!" φώναξε. "Αφήστε τους πάπυρους και σώστε τις ζωές σας! Μέλιτε, Θεόκλητε, τρέξτε!"

Δεν πρόλαβε να αποσώσει τα λόγια της. Με φούρια μια ομάδα αντρών που κρατούσαν τσουγκράνες και ξύλινα μαδέρια, μπήκε στην αίθουσα σπρώχνοντάς την. Παραπάτησε και έπεσε πάνω σε ένα από τα καντηλέρια. Λάδι και φλεγόμενα κεριά σκορπίστηκαν πάνω στο χιτώνα της ο οποίος πήρε φωτιά.

Η γυναίκα ούρλιαξε πανικόβλητη.

Μερικοί από τους άντρες γέλασαν ενώ άλλοι έσπρωξαν τα δυο καντηλέρια ρίχνοντάς τα στο πάτωμα. Κάποιοι νεαροί που προσπάθησαν να τρέξουν προς τη γυναίκα καρφώθηκαν από τις τσουγκράνες του όχλου, πέφτοντας νεκροί.

Ο Αίμων δεν μπορούσε να μείνει αμέτοχος. Έβγαλε το μανδύα του και σκέπασε τη γυναίκα σβήνοντας τις φλόγες πρωτού απλωθούν περισσότερο.
Αν και συγκλονισμένη, η γυναίκα δεν φαινόταν να έχει καεί και δεν είχε αφήσει τους πάπυρους από τα χέρια της.
Κοίταξε στα μάτια τον Αίμωνα. Ένα κύμα παράξενης αναγνώρισης πέρασε ανάμεσά τους.

"Πάρ'τους!" ψιθύρισε η γυναίκα."Πάρ'τους και σώσ'τους!"

Του πρόσφερε τους πάπυρους καθώς ο Αίμων τη βοηθούσε να βγει από την αίθουσα, να γλυτώσει από το μακελιό.

Πήρε τους δύο πάπυρους στα χέρια του.

"Ξέρω πως θα είναι ασφαλείς" είπε.

"Μακάρι να μπορούσα να σε βοηθήσω περισσότερο" απάντησε εκείνος.

"Με βοήθησες ήδη πολύ. Θα είχα καεί ζωντανή αν δεν ήσουν εσύ" είπε με απαλή φωνή.

Ο Αίμων θαύμασε την αυτοκυριαρχία της, το δυνατό και όμορφο, αριστοκρατικό πρόσωπό της.

"Αίμωνα!!!" ακούστηκε μια φωνή από το... πουθενά.

Η γυναίκα θορυβημένη κοίταξε ολόγυρα.

"Είσαι…είσαι θεός;"

"Όχι. Είμαι άνθρωπος."

"Αίμωνα! Επιτέλους πια!" ξανακούστηκε η φωνή.

Ο Αίμων σήκωσε το χέρι του. Το βραχιόλι του έλαμψε.

"Σε πέντε δευτερόλεπτα, Φατάνα!" είπε. "Πως σε λένε;" ρώτησε τη γυναίκα.

"Ούτε μισό, Αίμωνα!" φώναξε θυμωμένη η φωνή από το πουθενά.

"Υπα…"

Δεν πρόλαβε να προφέρει όλη τη λέξη. Μια εκτυφλωτική λάμψη και ο Αίμων εξαφανίστηκε από μπροστά της.

Τρέχοντας προς μια κρύπτη του Σεράπειου, η γυναίκα ήξερε πως αυτοί οι δύο πάπυροι δεν θα χάνονταν στις φλόγες. Ήξερε πως οι θεοί ήθελαν να μείνει ζωντανή για να επιτελέσει κάποιο έργο.

Και αυτό θα έκανε.


----------------------------------------------------------------------------------------

Αθηναϊκός Αρκοναός, Υπεράττικα, 5 Ιουλίου 2994 Κ.Ε.

Το γιγαντιαίο αμφιθέατρο στην κορυφή του ναού ήταν κατάμεστο. Στο κέντρο του φωτισμένος από μια γαλάζια στήλη φωτός, ο πρύτανης του Πανσολαριανού Πανεπιστημίου των Αθηνών τελείωνε το λόγο του.

"...είναι θαυμαστό λοιπόν το γεγονός πως καμμία γνώση δεν είναι πια χαμένη για πάντα, όπως επί αιώνες πιστεύαμε.
Η Ιστοριοναυτική επιστήμη που μόλις γεννήθηκε θα επιφέρει αναμφισβήτητα μια πολιτιστική επανάσταση που παρόμοιά της έχουμε αιώνες να δούμε!
Οι ιστοριοναύτες μας δεν έφεραν μόνο ένα έργο, που θα ήταν υπέρ-αρκετό βέβαια, αλλά τρία που είχαν θεωρηθεί χαμένα εδώ και 2600 χρόνια!
Οι Βαβυλώνιοι του Αριστοφάνη, η Νιόβη και ο Αχαιών Σύλλογος του Σοφοκλή που έφεραν η υπεύθυνη της αποστολής Φατάνα Ελ-Σαγίντ και ο ιστορικός Αίμων Αθανασιάδης είναι θησαυροί ανεκτίμητοι για όλο το γαλαξιακό πολιτισμό και όχι μόνο για τον ανθρώπινο!

Υπήρξε κατακραυγή από μερίδα του επιστημονικού κόσμου για την επικυνδινότητα των ταξιδιών στο χρόνο.
Όμως, παρά τα τρομερά προβλήματα που αντιμετώπισαν οι δύο ιστοριοναύτες μας αφού έφτασαν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την Αλεξάνδρεια του 4ου αιώνα και μάλιστα σε πολύ επικύνδινο χρονικό σημείο, τελικά κατάφεραν όχι μόνο να μεταφέρουν τo χρονόπλοιο από τη Βαβυλώνα στην Αλεξάνδρεια με τα μέσα εκείνης της εποχής χωρίς να γίνουν αντιληπτοί, αλλά και να επαναφέρουν τρία σημαντικότατα έργα της Αρχαιοελληνικής Γραμματείας, έχοντας μια και μοναδική δυνατότητα επιστροφής στην εποχή μας!
Χωρίς παραπάνω λόγια, ας τους υποδεχτούμε!"


Ντυμένοι με τις μαύρες φωσφοριζέ κολλητές φόρμες τους, οι δύο ιστορικοί ανέβηκαν στο βάθρο, ενώ όλο το αμφιθέατρο ξέσπασε σε χειροκροτήματα.
Οι επίσημοι που κάθονταν στον πρώτο κύκλο γύρω από το βάθρο σηκώθηκαν όρθιοι. Η στήλη φωτός πήρε λευκό χρώμα κάνοντας τους κρυστάλλους που διακοσμούσαν τις φόρμες τους να λάμψουν εκτυφλωτικά.

"Θα τους πεις για τη γυναίκα που έσωσες;" ψιθύρισε η Φατάνα με χιούμορ.

"Όχι, αν δεν τους πεις εσύ για τον άντρα που σκότωσα για να σώσω εσένα" απάντησε ο Αίμων στο αυτί της. "Αρκετά ακούσαμε από τους χρονοελεγκτές για παράδοξα και λοιπά προτού φύγουμε".

"Και τώρα τι πρόκειται να γίνει;" ξαναείπε η κοπέλα.

"Λέω να πάμε στους Εσσαίους. Λέγεται πως μαθήτευσε κοντά τους μια πασίγνωστη προσωπικότητα. Θέλω να δω αν αληθεύει."

Η Φατάνα γούρλωσε τα μάτια της και του έσφιξε το χέρι καθώς υποκλίνονταν στο πλήθος που τους επευφημούσε.

"Είσαι τρελός!" είπε κρυφογελώντας.

"Το ξέρω. Θα έρθεις μαζί σαν υπεύθυνη αποστολής ξανά;"

"Mα φυσικά!"

"Το ήξερα!" ψιθύρισε ο Αίμων και της έσφιξε και κείνος το χέρι.


                                                   * * * * * * * * *